Ancient Greek-English Dictionary Language

θέρειος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: θέρειος θέρειᾱ θέρειον

Structure: θερει (Stem) + ος (Ending)

Etym.: qe/ros

Sense

  1. of summer, in summer, summer-time, summer

Examples

  • ἦπου τοὺσ ἐπὶ τῆσ σελήνησ εἰκόσ ἐστι δώδεκα θερείασ ὑπομένειν ἔτουσ ἑκάστου, κατὰ μῆνα τοῦ ἡλίου πρὸσ κάθετον αὐτοῖσ ἐφισταμένου καὶ στηρίζοντοσ, ὅταν πανσέληνοσ; (Plutarch, De faciae quae in orbe lunae apparet, section 24 10:1)
  • πλοΐμων δὲ γενομένων ἄραντεσ ἀπὸ τῆσ νήσου περῶσι τὸ Τυρρηνικὸν πέλαγοσ καὶ τελευτῶντεσ εἰσ Λωρεντὸν ἀφικνοῦνται τὸν Ἀβοριγίνων αἰγιαλὸν μεσούσησ θερείασ. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, book 1, chapter 63 6:1)
  • πέρυσι δὲ παρ’ αὐτῶν πυροὺσ ἐλάβομεν, σπέρμα ψιλόν, καὶ ἀπεδώκαμεν αὐτοῖσ εὐθὺσ τῆσ θερείασ. (Dio, Chrysostom, Orationes, 83:2)
  • οἱ δὲ Ῥωμαῖοι τῆσ θερείασ ἀρχομένησ καθελκύσαντεσ τριακόσια καὶ πεντήκοντα σκάφη καὶ στρατηγοὺσ ἐπιστήσαντεσ Μάρκον Αἰμίλιον καὶ Σερούιον Φόλουιον ἐξαπέστελλον. (Polybius, Histories, book 1, chapter 36 10:1)
  • μετὰ δὲ ταῦτα τῆσ θερείασ ἐπιγενομένησ οἱ κατασταθέντεσ ἄρχοντεσ Γνάιοσ Σερουίλιοσ καὶ Γάιοσ Σεμπρώνιοσ ἀνέπλευσαν παντὶ τῷ στόλῳ καὶ διάραντεσ εἰσ τὴν Σικελίαν ἀφώρμησαν ἐντεῦθεν εἰσ τὴν Λιβύην. (Polybius, Histories, book 1, chapter 39 1:2)

Synonyms

  1. of summer

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION