헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προσφοιτάω

α 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προσφοιτάω προσφοιτήσω

형태분석: προς (접두사) + φοιτά (어간) + ω (인칭어미)

  1. to go or come to frequently, to resort to, to visit constantly

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσφοίτω

προσφοίτᾳς

προσφοίτᾳ

쌍수 προσφοίτᾱτον

προσφοίτᾱτον

복수 προσφοίτωμεν

προσφοίτᾱτε

προσφοίτωσιν*

접속법단수 προσφοίτω

προσφοίτῃς

προσφοίτῃ

쌍수 προσφοίτητον

προσφοίτητον

복수 προσφοίτωμεν

προσφοίτητε

προσφοίτωσιν*

기원법단수 προσφοίτῳμι

προσφοίτῳς

προσφοίτῳ

쌍수 προσφοίτῳτον

προσφοιτῷτην

복수 προσφοίτῳμεν

προσφοίτῳτε

προσφοίτῳεν

명령법단수 προσφοῖτᾱ

προσφοιτᾶτω

쌍수 προσφοίτᾱτον

προσφοιτᾶτων

복수 προσφοίτᾱτε

προσφοιτῶντων, προσφοιτᾶτωσαν

부정사 προσφοίτᾱν

분사 남성여성중성
προσφοιτων

προσφοιτωντος

προσφοιτωσα

προσφοιτωσης

προσφοιτων

προσφοιτωντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσφοίτωμαι

προσφοίτᾳ

προσφοίτᾱται

쌍수 προσφοίτᾱσθον

προσφοίτᾱσθον

복수 προσφοιτῶμεθα

προσφοίτᾱσθε

προσφοίτωνται

접속법단수 προσφοίτωμαι

προσφοίτῃ

προσφοίτηται

쌍수 προσφοίτησθον

προσφοίτησθον

복수 προσφοιτώμεθα

προσφοίτησθε

προσφοίτωνται

기원법단수 προσφοιτῷμην

προσφοίτῳο

προσφοίτῳτο

쌍수 προσφοίτῳσθον

προσφοιτῷσθην

복수 προσφοιτῷμεθα

προσφοίτῳσθε

προσφοίτῳντο

명령법단수 προσφοίτω

προσφοιτᾶσθω

쌍수 προσφοίτᾱσθον

προσφοιτᾶσθων

복수 προσφοίτᾱσθε

προσφοιτᾶσθων, προσφοιτᾶσθωσαν

부정사 προσφοίτᾱσθαι

분사 남성여성중성
προσφοιτωμενος

προσφοιτωμενου

προσφοιτωμενη

προσφοιτωμενης

προσφοιτωμενον

προσφοιτωμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσφοιτήσω

προσφοιτήσεις

προσφοιτήσει

쌍수 προσφοιτήσετον

προσφοιτήσετον

복수 προσφοιτήσομεν

προσφοιτήσετε

προσφοιτήσουσιν*

기원법단수 προσφοιτήσοιμι

προσφοιτήσοις

προσφοιτήσοι

쌍수 προσφοιτήσοιτον

προσφοιτησοίτην

복수 προσφοιτήσοιμεν

προσφοιτήσοιτε

προσφοιτήσοιεν

부정사 προσφοιτήσειν

분사 남성여성중성
προσφοιτησων

προσφοιτησοντος

προσφοιτησουσα

προσφοιτησουσης

προσφοιτησον

προσφοιτησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσφοιτήσομαι

προσφοιτήσει, προσφοιτήσῃ

προσφοιτήσεται

쌍수 προσφοιτήσεσθον

προσφοιτήσεσθον

복수 προσφοιτησόμεθα

προσφοιτήσεσθε

προσφοιτήσονται

기원법단수 προσφοιτησοίμην

προσφοιτήσοιο

προσφοιτήσοιτο

쌍수 προσφοιτήσοισθον

προσφοιτησοίσθην

복수 προσφοιτησοίμεθα

προσφοιτήσοισθε

προσφοιτήσοιντο

부정사 προσφοιτήσεσθαι

분사 남성여성중성
προσφοιτησομενος

προσφοιτησομενου

προσφοιτησομενη

προσφοιτησομενης

προσφοιτησομενον

προσφοιτησομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to go or come to frequently

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION