Ancient Greek-English Dictionary Language

προδιομολογέομαι

ε-contract Verb; 이상동사 Transliteration:

Principal Part: προδιομολογέομαι προδιομολογήσομαι

Structure: προδιομολογέ (Stem) + ομαι (Ending)

Sense

  1. to grant beforehand, to be granted on both sides beforehand

Conjugation

Present tense

Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προδιομολόγουμαι προδιομολόγει, προδιομολόγῃ προδιομολόγειται
Dual προδιομολόγεισθον προδιομολόγεισθον
Plural προδιομολογοῦμεθα προδιομολόγεισθε προδιομολόγουνται
SubjunctiveSingular προδιομολόγωμαι προδιομολόγῃ προδιομολόγηται
Dual προδιομολόγησθον προδιομολόγησθον
Plural προδιομολογώμεθα προδιομολόγησθε προδιομολόγωνται
OptativeSingular προδιομολογοίμην προδιομολόγοιο προδιομολόγοιτο
Dual προδιομολόγοισθον προδιομολογοίσθην
Plural προδιομολογοίμεθα προδιομολόγοισθε προδιομολόγοιντο
ImperativeSingular προδιομολόγου προδιομολογεῖσθω
Dual προδιομολόγεισθον προδιομολογεῖσθων
Plural προδιομολόγεισθε προδιομολογεῖσθων, προδιομολογεῖσθωσαν
Infinitive προδιομολόγεισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
προδιομολογουμενος προδιομολογουμενου προδιομολογουμενη προδιομολογουμενης προδιομολογουμενον προδιομολογουμενου

Future tense

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to grant beforehand

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION