Ancient Greek-English Dictionary Language

πολύτεχνος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: πολύτεχνος πολύτεχνον

Structure: πολυτεχν (Stem) + ος (Ending)

Etym.: te/xnh

Sense

  1. skilled in many arts

Examples

  • τοῖσ μὲν γὰρ ἡλικίαν ἔχουσι καὶ ῥώμην αἱ στρατεῖαι τὰσ ἀπὸ τῶν κοινῶν εὐπορίασ παρεῖχον, τὸν δ’ ἀσύντακτον καὶ βάναυσον ὄχλον οὔτ’ ἄμοιρον εἶναι λημμάτων βουλόμενοσ οὔτε λαμβάνειν ἀργὸν καὶ σχολάζοντα, μεγάλασ κατασκευασμάτων ἐπιβολὰσ καὶ πολυτέχνουσ ὑποθέσεισ ἔργων διατριβὴν ἐχόντων ἐνέβαλε φέρων εἰσ τὸν δῆμον, ἵνα μηδὲν ἧττον τῶν πλεόντων καὶ φρουρούντων καὶ στρατευομένων τὸ οἰκουροῦν ἔχῃ πρόφασιν ἀπὸ τῶν δημοσίων ὠφελεῖσθαι καὶ μεταλαμβάνειν. (Plutarch, , chapter 12 5:1)

Synonyms

  1. skilled in many arts

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION