Ancient Greek-English Dictionary Language

πολυπραγμονέω

ε-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: πολυπραγμονέω

Structure: πολυπραγμονέ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to be busy about many things, to be a meddlesome, inquisitive busybody, to meddle in state affairs, intrigue
  2. to be curious after

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular πολυπραγμονῶ πολυπραγμονεῖς πολυπραγμονεῖ
Dual πολυπραγμονεῖτον πολυπραγμονεῖτον
Plural πολυπραγμονοῦμεν πολυπραγμονεῖτε πολυπραγμονοῦσιν*
SubjunctiveSingular πολυπραγμονῶ πολυπραγμονῇς πολυπραγμονῇ
Dual πολυπραγμονῆτον πολυπραγμονῆτον
Plural πολυπραγμονῶμεν πολυπραγμονῆτε πολυπραγμονῶσιν*
OptativeSingular πολυπραγμονοῖμι πολυπραγμονοῖς πολυπραγμονοῖ
Dual πολυπραγμονοῖτον πολυπραγμονοίτην
Plural πολυπραγμονοῖμεν πολυπραγμονοῖτε πολυπραγμονοῖεν
ImperativeSingular πολυπραγμόνει πολυπραγμονείτω
Dual πολυπραγμονεῖτον πολυπραγμονείτων
Plural πολυπραγμονεῖτε πολυπραγμονούντων, πολυπραγμονείτωσαν
Infinitive πολυπραγμονεῖν
Participle MasculineFeminineNeuter
πολυπραγμονων πολυπραγμονουντος πολυπραγμονουσα πολυπραγμονουσης πολυπραγμονουν πολυπραγμονουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular πολυπραγμονοῦμαι πολυπραγμονεῖ, πολυπραγμονῇ πολυπραγμονεῖται
Dual πολυπραγμονεῖσθον πολυπραγμονεῖσθον
Plural πολυπραγμονούμεθα πολυπραγμονεῖσθε πολυπραγμονοῦνται
SubjunctiveSingular πολυπραγμονῶμαι πολυπραγμονῇ πολυπραγμονῆται
Dual πολυπραγμονῆσθον πολυπραγμονῆσθον
Plural πολυπραγμονώμεθα πολυπραγμονῆσθε πολυπραγμονῶνται
OptativeSingular πολυπραγμονοίμην πολυπραγμονοῖο πολυπραγμονοῖτο
Dual πολυπραγμονοῖσθον πολυπραγμονοίσθην
Plural πολυπραγμονοίμεθα πολυπραγμονοῖσθε πολυπραγμονοῖντο
ImperativeSingular πολυπραγμονοῦ πολυπραγμονείσθω
Dual πολυπραγμονεῖσθον πολυπραγμονείσθων
Plural πολυπραγμονεῖσθε πολυπραγμονείσθων, πολυπραγμονείσθωσαν
Infinitive πολυπραγμονεῖσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
πολυπραγμονουμενος πολυπραγμονουμενου πολυπραγμονουμενη πολυπραγμονουμενης πολυπραγμονουμενον πολυπραγμονουμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • αὐξανομένοισ γὰρ αὐτοῖσ κατ’ ἀρχὰσ καὶ τὰ συμμαχικὰ πολυπραγμονοῦσιν οὐκ ἤχθοντο τιμῇ καὶ χάριτι τοῦ Κίμωνοσ. (Plutarch, , chapter 16 2:3)
  • χρηστοῦ μὲν γὰρ οὐδενὸσ τοῖσ πολυπραγμονοῦσιν ἀναμίξασ σεαυτὸν ἀπολαύσεισ, μεγάλα δ’ ὠφεληθήσῃ τὸ πολύπραγμον ἀποστρέψασ βίᾳ καὶ κολούσασ ὑπακούειν τῷ λογισμῷ συνεθιζόμενον. (Plutarch, De curiositate, section 132)
  • ἀκρατῶσ ἔχῃσ, ἀπελθεῖν ἀναστάντα χρηστοῦ μὲν γὰρ οὐδενὸσ τοῖσ πολυπραγμονοῦσιν ἀναμίξασ σεαυτὸν ἀπολαύσεισ, μεγάλα δ’ ὠφεληθήσῃ τὸ πολύπραγμον ἀποστρέψασ βίᾳ καὶ κολούσασ ὑπακούειν τῷ λογισμῷ συνεθιζόμενον. (Plutarch, De curiositate, section 13 1:1)
  • ἀποκριναμένων δὲ τῶν Κελτῶν ὅτι ἀνθρώπων οὐδένα δεδίασιν οὔτε ἀπειλοῦντα σφίσιν οὔτε πολεμοῦντα, χρῄζοντεσ δὲ γῆσ οὔπω τὰ Ῥωμαίων πολυπραγμονοῦσιν, οἱ πρέσβεισ οἱ Φάβιοι τοὺσ Κλουσίνουσ ἐνῆγον ἐπιθέσθαι τοῖσ Κελτοῖσ τὴν χώραν λεηλατοῦσιν ἀπερισκέπτωσ. (Appian, The Foreign Wars, chapter 5:8)
  • ἀπορῶ δὲ κἀγὼ τίνι Ῥωμαῖοι δικαίῳ τὴν Ἀσίαν πολυπραγμονοῦσιν, ἐμοῦ τὴν Ἰταλίαν οὐ πολυπραγμονοῦντοσ. (Appian, The Foreign Wars, chapter 1 3:6)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION