헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

πλατύνω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: πλατύνω

형태분석: πλατύν (어간) + ω (인칭어미)

어원: platu/s

  1. 넓히다, 늘리다, 크게 하다
  1. to widen, make wide, to widen one's, to grow broad, widen out, is opened, enlarged

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πλατύνω

(나는) 넓힌다

πλατύνεις

(너는) 넓힌다

πλατύνει

(그는) 넓힌다

쌍수 πλατύνετον

(너희 둘은) 넓힌다

πλατύνετον

(그 둘은) 넓힌다

복수 πλατύνομεν

(우리는) 넓힌다

πλατύνετε

(너희는) 넓힌다

πλατύνουσιν*

(그들은) 넓힌다

접속법단수 πλατύνω

(나는) 넓히자

πλατύνῃς

(너는) 넓히자

πλατύνῃ

(그는) 넓히자

쌍수 πλατύνητον

(너희 둘은) 넓히자

πλατύνητον

(그 둘은) 넓히자

복수 πλατύνωμεν

(우리는) 넓히자

πλατύνητε

(너희는) 넓히자

πλατύνωσιν*

(그들은) 넓히자

기원법단수 πλατύνοιμι

(나는) 넓히기를 (바라다)

πλατύνοις

(너는) 넓히기를 (바라다)

πλατύνοι

(그는) 넓히기를 (바라다)

쌍수 πλατύνοιτον

(너희 둘은) 넓히기를 (바라다)

πλατυνοίτην

(그 둘은) 넓히기를 (바라다)

복수 πλατύνοιμεν

(우리는) 넓히기를 (바라다)

πλατύνοιτε

(너희는) 넓히기를 (바라다)

πλατύνοιεν

(그들은) 넓히기를 (바라다)

명령법단수 πλάτυνε

(너는) 넓혀라

πλατυνέτω

(그는) 넓혀라

쌍수 πλατύνετον

(너희 둘은) 넓혀라

πλατυνέτων

(그 둘은) 넓혀라

복수 πλατύνετε

(너희는) 넓혀라

πλατυνόντων, πλατυνέτωσαν

(그들은) 넓혀라

부정사 πλατύνειν

넓히는 것

분사 남성여성중성
πλατυνων

πλατυνοντος

πλατυνουσα

πλατυνουσης

πλατυνον

πλατυνοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πλατύνομαι

(나는) 넓는다

πλατύνει, πλατύνῃ

(너는) 넓는다

πλατύνεται

(그는) 넓는다

쌍수 πλατύνεσθον

(너희 둘은) 넓는다

πλατύνεσθον

(그 둘은) 넓는다

복수 πλατυνόμεθα

(우리는) 넓는다

πλατύνεσθε

(너희는) 넓는다

πλατύνονται

(그들은) 넓는다

접속법단수 πλατύνωμαι

(나는) 넓자

πλατύνῃ

(너는) 넓자

πλατύνηται

(그는) 넓자

쌍수 πλατύνησθον

(너희 둘은) 넓자

πλατύνησθον

(그 둘은) 넓자

복수 πλατυνώμεθα

(우리는) 넓자

πλατύνησθε

(너희는) 넓자

πλατύνωνται

(그들은) 넓자

기원법단수 πλατυνοίμην

(나는) 넓기를 (바라다)

πλατύνοιο

(너는) 넓기를 (바라다)

πλατύνοιτο

(그는) 넓기를 (바라다)

쌍수 πλατύνοισθον

(너희 둘은) 넓기를 (바라다)

πλατυνοίσθην

(그 둘은) 넓기를 (바라다)

복수 πλατυνοίμεθα

(우리는) 넓기를 (바라다)

πλατύνοισθε

(너희는) 넓기를 (바라다)

πλατύνοιντο

(그들은) 넓기를 (바라다)

명령법단수 πλατύνου

(너는) 넓어라

πλατυνέσθω

(그는) 넓어라

쌍수 πλατύνεσθον

(너희 둘은) 넓어라

πλατυνέσθων

(그 둘은) 넓어라

복수 πλατύνεσθε

(너희는) 넓어라

πλατυνέσθων, πλατυνέσθωσαν

(그들은) 넓어라

부정사 πλατύνεσθαι

넓는 것

분사 남성여성중성
πλατυνομενος

πλατυνομενου

πλατυνομενη

πλατυνομενης

πλατυνομενον

πλατυνομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπλάτυνον

(나는) 넓히고 있었다

ἐπλάτυνες

(너는) 넓히고 있었다

ἐπλάτυνεν*

(그는) 넓히고 있었다

쌍수 ἐπλατύνετον

(너희 둘은) 넓히고 있었다

ἐπλατυνέτην

(그 둘은) 넓히고 있었다

복수 ἐπλατύνομεν

(우리는) 넓히고 있었다

ἐπλατύνετε

(너희는) 넓히고 있었다

ἐπλάτυνον

(그들은) 넓히고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπλατυνόμην

(나는) 넓고 있었다

ἐπλατύνου

(너는) 넓고 있었다

ἐπλατύνετο

(그는) 넓고 있었다

쌍수 ἐπλατύνεσθον

(너희 둘은) 넓고 있었다

ἐπλατυνέσθην

(그 둘은) 넓고 있었다

복수 ἐπλατυνόμεθα

(우리는) 넓고 있었다

ἐπλατύνεσθε

(너희는) 넓고 있었다

ἐπλατύνοντο

(그들은) 넓고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τῆσ δὲ στρατιᾶσ τριβομένησ περὶ τὴν τῶν εἰσόδων στενότητα παραρρῆξαι τοῦ κατὰ μεσημβρίαν τείχουσ Οὐεσπασιανὸσ κελεύσασ πλατύνει τὴν εἰσβολὴν αὐτοῖσ. (Flavius Josephus, De bello Judaico libri vii, 547:1)

    (플라비우스 요세푸스, De bello Judaico libri vii, 547:1)

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION