헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

πλατειάζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: πλατειάζω

형태분석: πλατειάζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: platu/s

  1. to speak or pronounce broadly

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πλατειάζω

πλατειάζεις

πλατειάζει

쌍수 πλατειάζετον

πλατειάζετον

복수 πλατειάζομεν

πλατειάζετε

πλατειάζουσιν*

접속법단수 πλατειάζω

πλατειάζῃς

πλατειάζῃ

쌍수 πλατειάζητον

πλατειάζητον

복수 πλατειάζωμεν

πλατειάζητε

πλατειάζωσιν*

기원법단수 πλατειάζοιμι

πλατειάζοις

πλατειάζοι

쌍수 πλατειάζοιτον

πλατειαζοίτην

복수 πλατειάζοιμεν

πλατειάζοιτε

πλατειάζοιεν

명령법단수 πλατείαζε

πλατειαζέτω

쌍수 πλατειάζετον

πλατειαζέτων

복수 πλατειάζετε

πλατειαζόντων, πλατειαζέτωσαν

부정사 πλατειάζειν

분사 남성여성중성
πλατειαζων

πλατειαζοντος

πλατειαζουσα

πλατειαζουσης

πλατειαζον

πλατειαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πλατειάζομαι

πλατειάζει, πλατειάζῃ

πλατειάζεται

쌍수 πλατειάζεσθον

πλατειάζεσθον

복수 πλατειαζόμεθα

πλατειάζεσθε

πλατειάζονται

접속법단수 πλατειάζωμαι

πλατειάζῃ

πλατειάζηται

쌍수 πλατειάζησθον

πλατειάζησθον

복수 πλατειαζώμεθα

πλατειάζησθε

πλατειάζωνται

기원법단수 πλατειαζοίμην

πλατειάζοιο

πλατειάζοιτο

쌍수 πλατειάζοισθον

πλατειαζοίσθην

복수 πλατειαζοίμεθα

πλατειάζοισθε

πλατειάζοιντο

명령법단수 πλατειάζου

πλατειαζέσθω

쌍수 πλατειάζεσθον

πλατειαζέσθων

복수 πλατειάζεσθε

πλατειαζέσθων, πλατειαζέσθωσαν

부정사 πλατειάζεσθαι

분사 남성여성중성
πλατειαζομενος

πλατειαζομενου

πλατειαζομενη

πλατειαζομενης

πλατειαζομενον

πλατειαζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION