헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

περιστεφανόω

ο 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: περιστεφανόω περιστεφανώσω

형태분석: περι (접두사) + στεφανό (어간) + ω (인칭어미)

  1. 둘러싸다, 에워싸다, 포위하다
  1. to enwreathe, encircle

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περιστεφανῶ

(나는) 둘러싼다

περιστεφανοῖς

(너는) 둘러싼다

περιστεφανοῖ

(그는) 둘러싼다

쌍수 περιστεφανοῦτον

(너희 둘은) 둘러싼다

περιστεφανοῦτον

(그 둘은) 둘러싼다

복수 περιστεφανοῦμεν

(우리는) 둘러싼다

περιστεφανοῦτε

(너희는) 둘러싼다

περιστεφανοῦσιν*

(그들은) 둘러싼다

접속법단수 περιστεφανῶ

(나는) 둘러싸자

περιστεφανοῖς

(너는) 둘러싸자

περιστεφανοῖ

(그는) 둘러싸자

쌍수 περιστεφανῶτον

(너희 둘은) 둘러싸자

περιστεφανῶτον

(그 둘은) 둘러싸자

복수 περιστεφανῶμεν

(우리는) 둘러싸자

περιστεφανῶτε

(너희는) 둘러싸자

περιστεφανῶσιν*

(그들은) 둘러싸자

기원법단수 περιστεφανοῖμι

(나는) 둘러싸기를 (바라다)

περιστεφανοῖς

(너는) 둘러싸기를 (바라다)

περιστεφανοῖ

(그는) 둘러싸기를 (바라다)

쌍수 περιστεφανοῖτον

(너희 둘은) 둘러싸기를 (바라다)

περιστεφανοίτην

(그 둘은) 둘러싸기를 (바라다)

복수 περιστεφανοῖμεν

(우리는) 둘러싸기를 (바라다)

περιστεφανοῖτε

(너희는) 둘러싸기를 (바라다)

περιστεφανοῖεν

(그들은) 둘러싸기를 (바라다)

명령법단수 περιστεφάνου

(너는) 둘러싸라

περιστεφανούτω

(그는) 둘러싸라

쌍수 περιστεφανοῦτον

(너희 둘은) 둘러싸라

περιστεφανούτων

(그 둘은) 둘러싸라

복수 περιστεφανοῦτε

(너희는) 둘러싸라

περιστεφανούντων, περιστεφανούτωσαν

(그들은) 둘러싸라

부정사 περιστεφανοῦν

둘러싸는 것

분사 남성여성중성
περιστεφανων

περιστεφανουντος

περιστεφανουσα

περιστεφανουσης

περιστεφανουν

περιστεφανουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περιστεφανοῦμαι

(나는) 둘러싸여진다

περιστεφανοῖ

(너는) 둘러싸여진다

περιστεφανοῦται

(그는) 둘러싸여진다

쌍수 περιστεφανοῦσθον

(너희 둘은) 둘러싸여진다

περιστεφανοῦσθον

(그 둘은) 둘러싸여진다

복수 περιστεφανούμεθα

(우리는) 둘러싸여진다

περιστεφανοῦσθε

(너희는) 둘러싸여진다

περιστεφανοῦνται

(그들은) 둘러싸여진다

접속법단수 περιστεφανῶμαι

(나는) 둘러싸여지자

περιστεφανοῖ

(너는) 둘러싸여지자

περιστεφανῶται

(그는) 둘러싸여지자

쌍수 περιστεφανῶσθον

(너희 둘은) 둘러싸여지자

περιστεφανῶσθον

(그 둘은) 둘러싸여지자

복수 περιστεφανώμεθα

(우리는) 둘러싸여지자

περιστεφανῶσθε

(너희는) 둘러싸여지자

περιστεφανῶνται

(그들은) 둘러싸여지자

기원법단수 περιστεφανοίμην

(나는) 둘러싸여지기를 (바라다)

περιστεφανοῖο

(너는) 둘러싸여지기를 (바라다)

περιστεφανοῖτο

(그는) 둘러싸여지기를 (바라다)

쌍수 περιστεφανοῖσθον

(너희 둘은) 둘러싸여지기를 (바라다)

περιστεφανοίσθην

(그 둘은) 둘러싸여지기를 (바라다)

복수 περιστεφανοίμεθα

(우리는) 둘러싸여지기를 (바라다)

περιστεφανοῖσθε

(너희는) 둘러싸여지기를 (바라다)

περιστεφανοῖντο

(그들은) 둘러싸여지기를 (바라다)

명령법단수 περιστεφανοῦ

(너는) 둘러싸여져라

περιστεφανούσθω

(그는) 둘러싸여져라

쌍수 περιστεφανοῦσθον

(너희 둘은) 둘러싸여져라

περιστεφανούσθων

(그 둘은) 둘러싸여져라

복수 περιστεφανοῦσθε

(너희는) 둘러싸여져라

περιστεφανούσθων, περιστεφανούσθωσαν

(그들은) 둘러싸여져라

부정사 περιστεφανοῦσθαι

둘러싸여지는 것

분사 남성여성중성
περιστεφανουμενος

περιστεφανουμενου

περιστεφανουμενη

περιστεφανουμενης

περιστεφανουμενον

περιστεφανουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περιστεφανώσω

(나는) 둘러싸겠다

περιστεφανώσεις

(너는) 둘러싸겠다

περιστεφανώσει

(그는) 둘러싸겠다

쌍수 περιστεφανώσετον

(너희 둘은) 둘러싸겠다

περιστεφανώσετον

(그 둘은) 둘러싸겠다

복수 περιστεφανώσομεν

(우리는) 둘러싸겠다

περιστεφανώσετε

(너희는) 둘러싸겠다

περιστεφανώσουσιν*

(그들은) 둘러싸겠다

기원법단수 περιστεφανώσοιμι

(나는) 둘러싸겠기를 (바라다)

περιστεφανώσοις

(너는) 둘러싸겠기를 (바라다)

περιστεφανώσοι

(그는) 둘러싸겠기를 (바라다)

쌍수 περιστεφανώσοιτον

(너희 둘은) 둘러싸겠기를 (바라다)

περιστεφανωσοίτην

(그 둘은) 둘러싸겠기를 (바라다)

복수 περιστεφανώσοιμεν

(우리는) 둘러싸겠기를 (바라다)

περιστεφανώσοιτε

(너희는) 둘러싸겠기를 (바라다)

περιστεφανώσοιεν

(그들은) 둘러싸겠기를 (바라다)

부정사 περιστεφανώσειν

둘러쌀 것

분사 남성여성중성
περιστεφανωσων

περιστεφανωσοντος

περιστεφανωσουσα

περιστεφανωσουσης

περιστεφανωσον

περιστεφανωσοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περιστεφανώσομαι

(나는) 둘러싸여지겠다

περιστεφανώσει, περιστεφανώσῃ

(너는) 둘러싸여지겠다

περιστεφανώσεται

(그는) 둘러싸여지겠다

쌍수 περιστεφανώσεσθον

(너희 둘은) 둘러싸여지겠다

περιστεφανώσεσθον

(그 둘은) 둘러싸여지겠다

복수 περιστεφανωσόμεθα

(우리는) 둘러싸여지겠다

περιστεφανώσεσθε

(너희는) 둘러싸여지겠다

περιστεφανώσονται

(그들은) 둘러싸여지겠다

기원법단수 περιστεφανωσοίμην

(나는) 둘러싸여지겠기를 (바라다)

περιστεφανώσοιο

(너는) 둘러싸여지겠기를 (바라다)

περιστεφανώσοιτο

(그는) 둘러싸여지겠기를 (바라다)

쌍수 περιστεφανώσοισθον

(너희 둘은) 둘러싸여지겠기를 (바라다)

περιστεφανωσοίσθην

(그 둘은) 둘러싸여지겠기를 (바라다)

복수 περιστεφανωσοίμεθα

(우리는) 둘러싸여지겠기를 (바라다)

περιστεφανώσοισθε

(너희는) 둘러싸여지겠기를 (바라다)

περιστεφανώσοιντο

(그들은) 둘러싸여지겠기를 (바라다)

부정사 περιστεφανώσεσθαι

둘러싸여질 것

분사 남성여성중성
περιστεφανωσομενος

περιστεφανωσομενου

περιστεφανωσομενη

περιστεφανωσομενης

περιστεφανωσομενον

περιστεφανωσομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περιεστεφάνουν

(나는) 둘러싸고 있었다

περιεστεφάνους

(너는) 둘러싸고 있었다

περιεστεφάνουν*

(그는) 둘러싸고 있었다

쌍수 περιεστεφανοῦτον

(너희 둘은) 둘러싸고 있었다

περιεστεφανούτην

(그 둘은) 둘러싸고 있었다

복수 περιεστεφανοῦμεν

(우리는) 둘러싸고 있었다

περιεστεφανοῦτε

(너희는) 둘러싸고 있었다

περιεστεφάνουν

(그들은) 둘러싸고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περιεστεφανούμην

(나는) 둘러싸여지고 있었다

περιεστεφανοῦ

(너는) 둘러싸여지고 있었다

περιεστεφανοῦτο

(그는) 둘러싸여지고 있었다

쌍수 περιεστεφανοῦσθον

(너희 둘은) 둘러싸여지고 있었다

περιεστεφανούσθην

(그 둘은) 둘러싸여지고 있었다

복수 περιεστεφανούμεθα

(우리는) 둘러싸여지고 있었다

περιεστεφανοῦσθε

(너희는) 둘러싸여지고 있었다

περιεστεφανοῦντο

(그들은) 둘러싸여지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 둘러싸다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION