헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

περιοδίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: περιοδίζω

형태분석: περιοδίζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: from peri/odos

  1. to be periodical

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περιοδίζω

περιοδίζεις

περιοδίζει

쌍수 περιοδίζετον

περιοδίζετον

복수 περιοδίζομεν

περιοδίζετε

περιοδίζουσιν*

접속법단수 περιοδίζω

περιοδίζῃς

περιοδίζῃ

쌍수 περιοδίζητον

περιοδίζητον

복수 περιοδίζωμεν

περιοδίζητε

περιοδίζωσιν*

기원법단수 περιοδίζοιμι

περιοδίζοις

περιοδίζοι

쌍수 περιοδίζοιτον

περιοδιζοίτην

복수 περιοδίζοιμεν

περιοδίζοιτε

περιοδίζοιεν

명령법단수 περιόδιζε

περιοδιζέτω

쌍수 περιοδίζετον

περιοδιζέτων

복수 περιοδίζετε

περιοδιζόντων, περιοδιζέτωσαν

부정사 περιοδίζειν

분사 남성여성중성
περιοδιζων

περιοδιζοντος

περιοδιζουσα

περιοδιζουσης

περιοδιζον

περιοδιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περιοδίζομαι

περιοδίζει, περιοδίζῃ

περιοδίζεται

쌍수 περιοδίζεσθον

περιοδίζεσθον

복수 περιοδιζόμεθα

περιοδίζεσθε

περιοδίζονται

접속법단수 περιοδίζωμαι

περιοδίζῃ

περιοδίζηται

쌍수 περιοδίζησθον

περιοδίζησθον

복수 περιοδιζώμεθα

περιοδίζησθε

περιοδίζωνται

기원법단수 περιοδιζοίμην

περιοδίζοιο

περιοδίζοιτο

쌍수 περιοδίζοισθον

περιοδιζοίσθην

복수 περιοδιζοίμεθα

περιοδίζοισθε

περιοδίζοιντο

명령법단수 περιοδίζου

περιοδιζέσθω

쌍수 περιοδίζεσθον

περιοδιζέσθων

복수 περιοδίζεσθε

περιοδιζέσθων, περιοδιζέσθωσαν

부정사 περιοδίζεσθαι

분사 남성여성중성
περιοδιζομενος

περιοδιζομενου

περιοδιζομενη

περιοδιζομενης

περιοδιζομενον

περιοδιζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to be periodical

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION