고전 발음: [] 신약 발음: []
Principal Part: παροξυντικός παροξυντική παροξυντικόν
Structure: παροξυντικ (Stem) + ος (Ending)
| Masculine | Feminine | Neuter | ||
|---|---|---|---|---|
| Singular | Nominative | παροξυντικός | παροξυντική | παροξυντικόν |
| Genitive | παροξυντικοῦ | παροξυντικῆς | παροξυντικοῦ | |
| Dative | παροξυντικῷ | παροξυντικῇ | παροξυντικῷ | |
| Accusative | παροξυντικόν | παροξυντικήν | παροξυντικόν | |
| Vocative | παροξυντικέ | παροξυντική | παροξυντικόν | |
| Dual | N/A/V | παροξυντικώ | παροξυντικᾱ́ | παροξυντικώ |
| G/D | παροξυντικοῖν | παροξυντικαῖν | παροξυντικοῖν | |
| Plural | Nominative | παροξυντικοί | παροξυντικαί | παροξυντικά |
| Genitive | παροξυντικῶν | παροξυντικῶν | παροξυντικῶν | |
| Dative | παροξυντικοῖς | παροξυντικαῖς | παροξυντικοῖς | |
| Accusative | παροξυντικούς | παροξυντικᾱ́ς | παροξυντικά | |
| Vocative | παροξυντικοί | παροξυντικαί | παροξυντικά | |
| Positive | Comparative | Superlative | |
|---|---|---|---|
| Adjective | παροξυντικός παροξυντικοῦ | παροξυντικότερος παροξυντικοτεροῦ | παροξυντικότατος παροξυντικοτατοῦ |
| Adverb | παροξυντικώς | παροξυντικότερον | παροξυντικότατα |
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
Find this word at Perseus Greek Word Study Tool고전 발음: [] 신약 발음: []

이 저작물은 크리에이티브 커먼즈 저작자표시-비영리 4.0 국제 라이선스에 따라 이용할 수 있습니다.
bab2min@gmail.com
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기