헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

παραστρατηγέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: παραστρατηγέω παραστρατηγήσω

형태분석: παρα (접두사) + στρατηγέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to be at the general's side, interfere with him

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραστρατήγω

παραστρατήγεις

παραστρατήγει

쌍수 παραστρατήγειτον

παραστρατήγειτον

복수 παραστρατήγουμεν

παραστρατήγειτε

παραστρατήγουσιν*

접속법단수 παραστρατήγω

παραστρατήγῃς

παραστρατήγῃ

쌍수 παραστρατήγητον

παραστρατήγητον

복수 παραστρατήγωμεν

παραστρατήγητε

παραστρατήγωσιν*

기원법단수 παραστρατήγοιμι

παραστρατήγοις

παραστρατήγοι

쌍수 παραστρατήγοιτον

παραστρατηγοίτην

복수 παραστρατήγοιμεν

παραστρατήγοιτε

παραστρατήγοιεν

명령법단수 παραστρατῆγει

παραστρατηγεῖτω

쌍수 παραστρατήγειτον

παραστρατηγεῖτων

복수 παραστρατήγειτε

παραστρατηγοῦντων, παραστρατηγεῖτωσαν

부정사 παραστρατήγειν

분사 남성여성중성
παραστρατηγων

παραστρατηγουντος

παραστρατηγουσα

παραστρατηγουσης

παραστρατηγουν

παραστρατηγουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραστρατήγουμαι

παραστρατήγει, παραστρατήγῃ

παραστρατήγειται

쌍수 παραστρατήγεισθον

παραστρατήγεισθον

복수 παραστρατηγοῦμεθα

παραστρατήγεισθε

παραστρατήγουνται

접속법단수 παραστρατήγωμαι

παραστρατήγῃ

παραστρατήγηται

쌍수 παραστρατήγησθον

παραστρατήγησθον

복수 παραστρατηγώμεθα

παραστρατήγησθε

παραστρατήγωνται

기원법단수 παραστρατηγοίμην

παραστρατήγοιο

παραστρατήγοιτο

쌍수 παραστρατήγοισθον

παραστρατηγοίσθην

복수 παραστρατηγοίμεθα

παραστρατήγοισθε

παραστρατήγοιντο

명령법단수 παραστρατήγου

παραστρατηγεῖσθω

쌍수 παραστρατήγεισθον

παραστρατηγεῖσθων

복수 παραστρατήγεισθε

παραστρατηγεῖσθων, παραστρατηγεῖσθωσαν

부정사 παραστρατήγεισθαι

분사 남성여성중성
παραστρατηγουμενος

παραστρατηγουμενου

παραστρατηγουμενη

παραστρατηγουμενης

παραστρατηγουμενον

παραστρατηγουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραστρατηγήσω

παραστρατηγήσεις

παραστρατηγήσει

쌍수 παραστρατηγήσετον

παραστρατηγήσετον

복수 παραστρατηγήσομεν

παραστρατηγήσετε

παραστρατηγήσουσιν*

기원법단수 παραστρατηγήσοιμι

παραστρατηγήσοις

παραστρατηγήσοι

쌍수 παραστρατηγήσοιτον

παραστρατηγησοίτην

복수 παραστρατηγήσοιμεν

παραστρατηγήσοιτε

παραστρατηγήσοιεν

부정사 παραστρατηγήσειν

분사 남성여성중성
παραστρατηγησων

παραστρατηγησοντος

παραστρατηγησουσα

παραστρατηγησουσης

παραστρατηγησον

παραστρατηγησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραστρατηγήσομαι

παραστρατηγήσει, παραστρατηγήσῃ

παραστρατηγήσεται

쌍수 παραστρατηγήσεσθον

παραστρατηγήσεσθον

복수 παραστρατηγησόμεθα

παραστρατηγήσεσθε

παραστρατηγήσονται

기원법단수 παραστρατηγησοίμην

παραστρατηγήσοιο

παραστρατηγήσοιτο

쌍수 παραστρατηγήσοισθον

παραστρατηγησοίσθην

복수 παραστρατηγησοίμεθα

παραστρατηγήσοισθε

παραστρατηγήσοιντο

부정사 παραστρατηγήσεσθαι

분사 남성여성중성
παραστρατηγησομενος

παραστρατηγησομενου

παραστρατηγησομενη

παραστρατηγησομενης

παραστρατηγησομενον

παραστρατηγησομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION