헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전

παρακατάκειμαι

-μι 무어간모음 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: παρακατάκειμαι

형태분석: παρα (접두사) + κατα (접두사) + κεί (어간) + μαι (인칭어미)

  1. 옆에 눕다, 인접하다
  1. to lie beside

활용 정보

현재 시제
중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρακατακείμαι

(나는) 옆에 눕는다

παρακατακείσαι

(너는) 옆에 눕는다

παρακατακείται

(그는) 옆에 눕는다

쌍수 παρακατακείσθον

(너희 둘은) 옆에 눕는다

παρακατακείσθον

(그 둘은) 옆에 눕는다

복수 παρακατακείμεθα

(우리는) 옆에 눕는다

παρακατακείσθε

(너희는) 옆에 눕는다

παρακατακείνται

(그들은) 옆에 눕는다

접속법단수 παρακατακείωμαι

(나는) 옆에 눕자

παρακατακείῃ

(너는) 옆에 눕자

παρακατακείηται

(그는) 옆에 눕자

쌍수 παρακατακείησθον

(너희 둘은) 옆에 눕자

παρακατακείησθον

(그 둘은) 옆에 눕자

복수 παρακατακειώμεθα

(우리는) 옆에 눕자

παρακατακείησθε

(너희는) 옆에 눕자

παρακατακείωνται

(그들은) 옆에 눕자

기원법단수 παρακατακειίμην

(나는) 옆에 눕기를 (바라다)

παρακατακείιο

(너는) 옆에 눕기를 (바라다)

παρακατακείιτο

(그는) 옆에 눕기를 (바라다)

쌍수 παρακατακείισθον

(너희 둘은) 옆에 눕기를 (바라다)

παρακατακειίσθην

(그 둘은) 옆에 눕기를 (바라다)

복수 παρακατακειίμεθα

(우리는) 옆에 눕기를 (바라다)

παρακατακείισθε

(너희는) 옆에 눕기를 (바라다)

παρακατακείιντο

(그들은) 옆에 눕기를 (바라다)

명령법단수 παρακατακείσο

(너는) 옆에 누워라

παρακατακείσθω

(그는) 옆에 누워라

쌍수 παρακατακείσθον

(너희 둘은) 옆에 누워라

παρακατακείσθων

(그 둘은) 옆에 누워라

복수 παρακατακείσθε

(너희는) 옆에 누워라

παρακατακείσθων

(그들은) 옆에 누워라

부정사 παρακατακείσθαι

옆에 눕는 것

분사 남성여성중성
παρακατακειμενος

παρακατακειμενου

παρακατακειμενη

παρακατακειμενης

παρακατακειμενον

παρακατακειμενου

미래 시제
중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρακατακείσομαι

(나는) 옆에 눕겠다

παρακατακείσει, παρακατακείσῃ

(너는) 옆에 눕겠다

παρακατακείσεται

(그는) 옆에 눕겠다

쌍수 παρακατακείσεσθον

(너희 둘은) 옆에 눕겠다

παρακατακείσεσθον

(그 둘은) 옆에 눕겠다

복수 παρακατακεισόμεθα

(우리는) 옆에 눕겠다

παρακατακείσεσθε

(너희는) 옆에 눕겠다

παρακατακείσονται

(그들은) 옆에 눕겠다

기원법단수 παρακατακεισοίμην

(나는) 옆에 눕겠기를 (바라다)

παρακατακείσοιο

(너는) 옆에 눕겠기를 (바라다)

παρακατακείσοιτο

(그는) 옆에 눕겠기를 (바라다)

쌍수 παρακατακείσοισθον

(너희 둘은) 옆에 눕겠기를 (바라다)

παρακατακεισοίσθην

(그 둘은) 옆에 눕겠기를 (바라다)

복수 παρακατακεισοίμεθα

(우리는) 옆에 눕겠기를 (바라다)

παρακατακείσοισθε

(너희는) 옆에 눕겠기를 (바라다)

παρακατακείσοιντο

(그들은) 옆에 눕겠기를 (바라다)

부정사 παρακατακείσεσθαι

옆에 누울 것

분사 남성여성중성
παρακατακεισομενος

παρακατακεισομενου

παρακατακεισομενη

παρακατακεισομενης

παρακατακεισομενον

παρακατακεισομενου

미완료(Imperfect) 시제
중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρακατεκείμην

(나는) 옆에 눕고 있었다

παρακατεκείου, παρακατέκεισο

(너는) 옆에 눕고 있었다

παρακατέκειτο

(그는) 옆에 눕고 있었다

쌍수 παρακατέκεισθον

(너희 둘은) 옆에 눕고 있었다

παρακατεκείσθην

(그 둘은) 옆에 눕고 있었다

복수 παρακατεκείμεθα

(우리는) 옆에 눕고 있었다

παρακατέκεισθε

(너희는) 옆에 눕고 있었다

παρακατέκειντο

(그들은) 옆에 눕고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

유의어

  1. 옆에 눕다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION