Ancient Greek-English Dictionary Language

πανάθλιος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: πανάθλιος πανάθλιᾱ πανάθλιον

Structure: παναθλι (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. all-wretched

Examples

  • ὦ ξένε κατοίκτιρόν με τὴν παναθλίαν, λῦσόν με δεσμῶν. (Aristophanes, Thesmophoriazusae, Lyric-Scene, iambics9)
  • ὦ δυσπάλαιστε τῶνδε δωμάτων Ἀρά, ὡσ πόλλ’ ἐπωπᾷσ, κἀκποδὼν εὖ κείμενα τόξοισ πρόσωθεν εὐσκόποισ χειρουμένη, φίλων ἀποψιλοῖσ με τὴν παναθλίαν. (Aeschylus, Libation Bearers, episode 1:2)
  • μιαρώτατε ἄνθρωπε, χαίρεισ ἀποκτείνασ τοὺσ ἀνεψιοὺσ κἀμὲ τὴν παναθλίαν ἀδελφὴν ἀποστερήσασ γάμου, ὦ δύστηνεσ3 ἀλλ’ οὐδ’ ἔλεοσ εἰσέρχεταί σε τῶν ἀπολωλότων συγγενῶν, οὓσ ἀδελφοὺσ ἐκάλεισ, ἀλλ’ ὥσπερ ἀγαθόν τι διαπεπραγμένοσ ἐξέστηκασ τῶν φρενῶν ὑπὸ τῆσ ἡδονῆσ καὶ στεφάνουσ ἐπὶ τοῖσ τοιούτοισ ἐπίκεισαι κακοῖσ τίνοσ ἔχων ψυχὴν θηρίου; (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, book 3, chapter 21 7:2)

Synonyms

  1. all-wretched

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION