헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

παλινῳδέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: παλινῳδέω παλινῳδήσω

형태분석: παλινῳδέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: from palinw|di/a

  1. 거절하다, 파기하다, 철회하다
  1. to recant an ode, to revoke, recant

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παλινῳδῶ

(나는) 거절한다

παλινῳδεῖς

(너는) 거절한다

παλινῳδεῖ

(그는) 거절한다

쌍수 παλινῳδεῖτον

(너희 둘은) 거절한다

παλινῳδεῖτον

(그 둘은) 거절한다

복수 παλινῳδοῦμεν

(우리는) 거절한다

παλινῳδεῖτε

(너희는) 거절한다

παλινῳδοῦσιν*

(그들은) 거절한다

접속법단수 παλινῳδῶ

(나는) 거절하자

παλινῳδῇς

(너는) 거절하자

παλινῳδῇ

(그는) 거절하자

쌍수 παλινῳδῆτον

(너희 둘은) 거절하자

παλινῳδῆτον

(그 둘은) 거절하자

복수 παλινῳδῶμεν

(우리는) 거절하자

παλινῳδῆτε

(너희는) 거절하자

παλινῳδῶσιν*

(그들은) 거절하자

기원법단수 παλινῳδοῖμι

(나는) 거절하기를 (바라다)

παλινῳδοῖς

(너는) 거절하기를 (바라다)

παλινῳδοῖ

(그는) 거절하기를 (바라다)

쌍수 παλινῳδοῖτον

(너희 둘은) 거절하기를 (바라다)

παλινῳδοίτην

(그 둘은) 거절하기를 (바라다)

복수 παλινῳδοῖμεν

(우리는) 거절하기를 (바라다)

παλινῳδοῖτε

(너희는) 거절하기를 (바라다)

παλινῳδοῖεν

(그들은) 거절하기를 (바라다)

명령법단수 παλινῴδει

(너는) 거절해라

παλινῳδείτω

(그는) 거절해라

쌍수 παλινῳδεῖτον

(너희 둘은) 거절해라

παλινῳδείτων

(그 둘은) 거절해라

복수 παλινῳδεῖτε

(너희는) 거절해라

παλινῳδούντων, παλινῳδείτωσαν

(그들은) 거절해라

부정사 παλινῳδεῖν

거절하는 것

분사 남성여성중성
παλινῳδων

παλινῳδουντος

παλινῳδουσα

παλινῳδουσης

παλινῳδουν

παλινῳδουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παλινῳδοῦμαι

(나는) 거절된다

παλινῳδεῖ, παλινῳδῇ

(너는) 거절된다

παλινῳδεῖται

(그는) 거절된다

쌍수 παλινῳδεῖσθον

(너희 둘은) 거절된다

παλινῳδεῖσθον

(그 둘은) 거절된다

복수 παλινῳδούμεθα

(우리는) 거절된다

παλινῳδεῖσθε

(너희는) 거절된다

παλινῳδοῦνται

(그들은) 거절된다

접속법단수 παλινῳδῶμαι

(나는) 거절되자

παλινῳδῇ

(너는) 거절되자

παλινῳδῆται

(그는) 거절되자

쌍수 παλινῳδῆσθον

(너희 둘은) 거절되자

παλινῳδῆσθον

(그 둘은) 거절되자

복수 παλινῳδώμεθα

(우리는) 거절되자

παλινῳδῆσθε

(너희는) 거절되자

παλινῳδῶνται

(그들은) 거절되자

기원법단수 παλινῳδοίμην

(나는) 거절되기를 (바라다)

παλινῳδοῖο

(너는) 거절되기를 (바라다)

παλινῳδοῖτο

(그는) 거절되기를 (바라다)

쌍수 παλινῳδοῖσθον

(너희 둘은) 거절되기를 (바라다)

παλινῳδοίσθην

(그 둘은) 거절되기를 (바라다)

복수 παλινῳδοίμεθα

(우리는) 거절되기를 (바라다)

παλινῳδοῖσθε

(너희는) 거절되기를 (바라다)

παλινῳδοῖντο

(그들은) 거절되기를 (바라다)

명령법단수 παλινῳδοῦ

(너는) 거절되어라

παλινῳδείσθω

(그는) 거절되어라

쌍수 παλινῳδεῖσθον

(너희 둘은) 거절되어라

παλινῳδείσθων

(그 둘은) 거절되어라

복수 παλινῳδεῖσθε

(너희는) 거절되어라

παλινῳδείσθων, παλινῳδείσθωσαν

(그들은) 거절되어라

부정사 παλινῳδεῖσθαι

거절되는 것

분사 남성여성중성
παλινῳδουμενος

παλινῳδουμενου

παλινῳδουμενη

παλινῳδουμενης

παλινῳδουμενον

παλινῳδουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παλινῳδήσω

(나는) 거절하겠다

παλινῳδήσεις

(너는) 거절하겠다

παλινῳδήσει

(그는) 거절하겠다

쌍수 παλινῳδήσετον

(너희 둘은) 거절하겠다

παλινῳδήσετον

(그 둘은) 거절하겠다

복수 παλινῳδήσομεν

(우리는) 거절하겠다

παλινῳδήσετε

(너희는) 거절하겠다

παλινῳδήσουσιν*

(그들은) 거절하겠다

기원법단수 παλινῳδήσοιμι

(나는) 거절하겠기를 (바라다)

παλινῳδήσοις

(너는) 거절하겠기를 (바라다)

παλινῳδήσοι

(그는) 거절하겠기를 (바라다)

쌍수 παλινῳδήσοιτον

(너희 둘은) 거절하겠기를 (바라다)

παλινῳδησοίτην

(그 둘은) 거절하겠기를 (바라다)

복수 παλινῳδήσοιμεν

(우리는) 거절하겠기를 (바라다)

παλινῳδήσοιτε

(너희는) 거절하겠기를 (바라다)

παλινῳδήσοιεν

(그들은) 거절하겠기를 (바라다)

부정사 παλινῳδήσειν

거절할 것

분사 남성여성중성
παλινῳδησων

παλινῳδησοντος

παλινῳδησουσα

παλινῳδησουσης

παλινῳδησον

παλινῳδησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παλινῳδήσομαι

(나는) 거절되겠다

παλινῳδήσει, παλινῳδήσῃ

(너는) 거절되겠다

παλινῳδήσεται

(그는) 거절되겠다

쌍수 παλινῳδήσεσθον

(너희 둘은) 거절되겠다

παλινῳδήσεσθον

(그 둘은) 거절되겠다

복수 παλινῳδησόμεθα

(우리는) 거절되겠다

παλινῳδήσεσθε

(너희는) 거절되겠다

παλινῳδήσονται

(그들은) 거절되겠다

기원법단수 παλινῳδησοίμην

(나는) 거절되겠기를 (바라다)

παλινῳδήσοιο

(너는) 거절되겠기를 (바라다)

παλινῳδήσοιτο

(그는) 거절되겠기를 (바라다)

쌍수 παλινῳδήσοισθον

(너희 둘은) 거절되겠기를 (바라다)

παλινῳδησοίσθην

(그 둘은) 거절되겠기를 (바라다)

복수 παλινῳδησοίμεθα

(우리는) 거절되겠기를 (바라다)

παλινῳδήσοισθε

(너희는) 거절되겠기를 (바라다)

παλινῳδήσοιντο

(그들은) 거절되겠기를 (바라다)

부정사 παλινῳδήσεσθαι

거절될 것

분사 남성여성중성
παλινῳδησομενος

παλινῳδησομενου

παλινῳδησομενη

παλινῳδησομενης

παλινῳδησομενον

παλινῳδησομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπαλινῴδουν

(나는) 거절하고 있었다

ἐπαλινῴδεις

(너는) 거절하고 있었다

ἐπαλινῴδειν*

(그는) 거절하고 있었다

쌍수 ἐπαλινῳδεῖτον

(너희 둘은) 거절하고 있었다

ἐπαλινῳδείτην

(그 둘은) 거절하고 있었다

복수 ἐπαλινῳδοῦμεν

(우리는) 거절하고 있었다

ἐπαλινῳδεῖτε

(너희는) 거절하고 있었다

ἐπαλινῴδουν

(그들은) 거절하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπαλινῳδούμην

(나는) 거절되고 있었다

ἐπαλινῳδοῦ

(너는) 거절되고 있었다

ἐπαλινῳδεῖτο

(그는) 거절되고 있었다

쌍수 ἐπαλινῳδεῖσθον

(너희 둘은) 거절되고 있었다

ἐπαλινῳδείσθην

(그 둘은) 거절되고 있었다

복수 ἐπαλινῳδούμεθα

(우리는) 거절되고 있었다

ἐπαλινῳδεῖσθε

(너희는) 거절되고 있었다

ἐπαλινῳδοῦντο

(그들은) 거절되고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • πολλάκισ γὰρ πρὸ μὲν τῆσ τελευτῆσ τοῖσ νοσοῦσιν ὑγίειαν ἐπηγγέλλετο, ἀποθανόντων δὲ χρησμὸσ ἄλλοσ ἕτοιμοσ ἦν παλινῳδῶν Μηκέτι δίζησθαι νούσοιο λυγρῆσ ἐπαρωγήν πότμοσ γὰρ προφανὴσ οὐδ’ ἐκφυγέειν δυνατόν σοι. (Lucian, Alexander, (no name) 28:2)

    (루키아노스, Alexander, (no name) 28:2)

  • " θορύβου δ’ ἐκ τῆσ βουλῆσ ἐπὶ τῷδε μάλιστα προφανῶσ ἐσ αὐτὴν εἰρημένῳ γενομένου, ἐπικαταψήχων αὐτὴν ὁ Ἀντώνιοσ καὶ παλινῳδῶν ἔφη· (Appian, The Civil Wars, book 2, chapter 20 3:4)

    (아피아노스, The Civil Wars, book 2, chapter 20 3:4)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION