헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전

μικρόχωρος

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: μικρόχωρος μικρόχωρον

형태분석: μικροχωρ (어간) + ος (어미)

어원: xw/ra

뜻

  1. with little land or soil

곡용 정보

1/2군 변화
남/여성 중성
단수주격 μικρόχωρος

(이)가

μικρόχωρον

(것)가

속격 μικροχώρου

(이)의

μικροχώρου

(것)의

여격 μικροχώρῳ

(이)에게

μικροχώρῳ

(것)에게

대격 μικρόχωρον

(이)를

μικρόχωρον

(것)를

호격 μικρόχωρε

(이)야

μικρόχωρον

(것)야

쌍수주/대/호 μικροχώρω

(이)들이

μικροχώρω

(것)들이

속/여 μικροχώροιν

(이)들의

μικροχώροιν

(것)들의

복수주격 μικρόχωροι

(이)들이

μικρόχωρα

(것)들이

속격 μικροχώρων

(이)들의

μικροχώρων

(것)들의

여격 μικροχώροις

(이)들에게

μικροχώροις

(것)들에게

대격 μικροχώρους

(이)들을

μικρόχωρα

(것)들을

호격 μικρόχωροι

(이)들아

μικρόχωρα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὅσα δὲ καὶ βάρβαρα καὶ ἐκτετοπισμένα καὶ μικρόχωρα καὶ διεσπασμένα, τούτων ὑπομνήματα οὔτ’ ἀσφαλῆ ἐστιν οὔτε πολλά· (Strabo, Geography, book 3, chapter 4 38:5)

    (스트라본, 지리학, book 3, chapter 4 38:5)

  • τὰ μὲν οὖν ἄλλα ἔθνη τὰ πλησίον τὰ περὶ τὸν Καύκασον λυπρὰ καὶ μικρόχωρα, τὸ δὲ τῶν Ἀλβανῶν ἔθνοσ καὶ τὸ τῶν Ἰβήρων, ἃ δὴ πληροῖ μάλιστα τὸν λεχθέντα ἰσθμόν, Καυκάσια μὲν καὶ αὐτὰ λέγοιτ’ ἄν, εὐδαίμονα δὲ χώραν ἔχει καὶ σφόδρα καλῶσ οἰκεῖσθαι δυναμένην. (Strabo, Geography, Book 11, chapter 2 30:10)

    (스트라본, 지리학, Book 11, chapter 2 30:10)

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION