Ancient Greek-English Dictionary Language

μετεωρολογέω

ε-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: μετεωρολογέω μετεωρολογήσω

Structure: μετεωρολογέ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: from metewrolo/gos

Sense

  1. to talk of high things

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular μετεωρολόγω μετεωρολόγεις μετεωρολόγει
Dual μετεωρολόγειτον μετεωρολόγειτον
Plural μετεωρολόγουμεν μετεωρολόγειτε μετεωρολόγουσιν*
SubjunctiveSingular μετεωρολόγω μετεωρολόγῃς μετεωρολόγῃ
Dual μετεωρολόγητον μετεωρολόγητον
Plural μετεωρολόγωμεν μετεωρολόγητε μετεωρολόγωσιν*
OptativeSingular μετεωρολόγοιμι μετεωρολόγοις μετεωρολόγοι
Dual μετεωρολόγοιτον μετεωρολογοίτην
Plural μετεωρολόγοιμεν μετεωρολόγοιτε μετεωρολόγοιεν
ImperativeSingular μετεωρολο͂γει μετεωρολογεῖτω
Dual μετεωρολόγειτον μετεωρολογεῖτων
Plural μετεωρολόγειτε μετεωρολογοῦντων, μετεωρολογεῖτωσαν
Infinitive μετεωρολόγειν
Participle MasculineFeminineNeuter
μετεωρολογων μετεωρολογουντος μετεωρολογουσα μετεωρολογουσης μετεωρολογουν μετεωρολογουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular μετεωρολόγουμαι μετεωρολόγει, μετεωρολόγῃ μετεωρολόγειται
Dual μετεωρολόγεισθον μετεωρολόγεισθον
Plural μετεωρολογοῦμεθα μετεωρολόγεισθε μετεωρολόγουνται
SubjunctiveSingular μετεωρολόγωμαι μετεωρολόγῃ μετεωρολόγηται
Dual μετεωρολόγησθον μετεωρολόγησθον
Plural μετεωρολογώμεθα μετεωρολόγησθε μετεωρολόγωνται
OptativeSingular μετεωρολογοίμην μετεωρολόγοιο μετεωρολόγοιτο
Dual μετεωρολόγοισθον μετεωρολογοίσθην
Plural μετεωρολογοίμεθα μετεωρολόγοισθε μετεωρολόγοιντο
ImperativeSingular μετεωρολόγου μετεωρολογεῖσθω
Dual μετεωρολόγεισθον μετεωρολογεῖσθων
Plural μετεωρολόγεισθε μετεωρολογεῖσθων, μετεωρολογεῖσθωσαν
Infinitive μετεωρολόγεισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
μετεωρολογουμενος μετεωρολογουμενου μετεωρολογουμενη μετεωρολογουμενης μετεωρολογουμενον μετεωρολογουμενου

Future tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular μετεωρολογήσω μετεωρολογήσεις μετεωρολογήσει
Dual μετεωρολογήσετον μετεωρολογήσετον
Plural μετεωρολογήσομεν μετεωρολογήσετε μετεωρολογήσουσιν*
OptativeSingular μετεωρολογήσοιμι μετεωρολογήσοις μετεωρολογήσοι
Dual μετεωρολογήσοιτον μετεωρολογησοίτην
Plural μετεωρολογήσοιμεν μετεωρολογήσοιτε μετεωρολογήσοιεν
Infinitive μετεωρολογήσειν
Participle MasculineFeminineNeuter
μετεωρολογησων μετεωρολογησοντος μετεωρολογησουσα μετεωρολογησουσης μετεωρολογησον μετεωρολογησοντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular μετεωρολογήσομαι μετεωρολογήσει, μετεωρολογήσῃ μετεωρολογήσεται
Dual μετεωρολογήσεσθον μετεωρολογήσεσθον
Plural μετεωρολογησόμεθα μετεωρολογήσεσθε μετεωρολογήσονται
OptativeSingular μετεωρολογησοίμην μετεωρολογήσοιο μετεωρολογήσοιτο
Dual μετεωρολογήσοισθον μετεωρολογησοίσθην
Plural μετεωρολογησοίμεθα μετεωρολογήσοισθε μετεωρολογήσοιντο
Infinitive μετεωρολογήσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
μετεωρολογησομενος μετεωρολογησομενου μετεωρολογησομενη μετεωρολογησομενης μετεωρολογησομενον μετεωρολογησομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • "ὁ τῶν ἰδιωτῶν ἄριστοσ βίοσ, καὶ σωφρονέστεροσ παυσάμενοσ τοῦ μετεωρολογεῖν καὶ τέλη καὶ ἀρχὰσ ἐπισκοπεῖν καὶ καταπτύσασ τῶν σοφῶν τούτων συλλογισμῶν καὶ τὰ τοιαῦτα λῆρον ἡγησάμενοσ τοῦτο μόνον ἐξ ἅπαντοσ θηράσῃ, ὅπωσ τὸ παρὸν εὖ θέμενοσ παραδράμῃσ γελῶν τὰ πολλὰ καὶ περὶ μηδὲν ἐσπουδακώσ. (Lucian, Necyomantia, (no name) 21:7)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION