헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

μεταυγάζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: μεταυγάζω

형태분석: μετ (접두사) + αὐγάζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to look keenly about for

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μεταυγάζω

μεταυγάζεις

μεταυγάζει

쌍수 μεταυγάζετον

μεταυγάζετον

복수 μεταυγάζομεν

μεταυγάζετε

μεταυγάζουσιν*

접속법단수 μεταυγάζω

μεταυγάζῃς

μεταυγάζῃ

쌍수 μεταυγάζητον

μεταυγάζητον

복수 μεταυγάζωμεν

μεταυγάζητε

μεταυγάζωσιν*

기원법단수 μεταυγάζοιμι

μεταυγάζοις

μεταυγάζοι

쌍수 μεταυγάζοιτον

μεταυγαζοίτην

복수 μεταυγάζοιμεν

μεταυγάζοιτε

μεταυγάζοιεν

명령법단수 μεταύγαζε

μεταυγαζέτω

쌍수 μεταυγάζετον

μεταυγαζέτων

복수 μεταυγάζετε

μεταυγαζόντων, μεταυγαζέτωσαν

부정사 μεταυγάζειν

분사 남성여성중성
μεταυγαζων

μεταυγαζοντος

μεταυγαζουσα

μεταυγαζουσης

μεταυγαζον

μεταυγαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μεταυγάζομαι

μεταυγάζει, μεταυγάζῃ

μεταυγάζεται

쌍수 μεταυγάζεσθον

μεταυγάζεσθον

복수 μεταυγαζόμεθα

μεταυγάζεσθε

μεταυγάζονται

접속법단수 μεταυγάζωμαι

μεταυγάζῃ

μεταυγάζηται

쌍수 μεταυγάζησθον

μεταυγάζησθον

복수 μεταυγαζώμεθα

μεταυγάζησθε

μεταυγάζωνται

기원법단수 μεταυγαζοίμην

μεταυγάζοιο

μεταυγάζοιτο

쌍수 μεταυγάζοισθον

μεταυγαζοίσθην

복수 μεταυγαζοίμεθα

μεταυγάζοισθε

μεταυγάζοιντο

명령법단수 μεταυγάζου

μεταυγαζέσθω

쌍수 μεταυγάζεσθον

μεταυγαζέσθων

복수 μεταυγάζεσθε

μεταυγαζέσθων, μεταυγαζέσθωσαν

부정사 μεταυγάζεσθαι

분사 남성여성중성
μεταυγαζομενος

μεταυγαζομενου

μεταυγαζομενη

μεταυγαζομενης

μεταυγαζομενον

μεταυγαζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to look keenly about for

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION