헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

μεταρρίπτω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: μεταρρίπτω μεταρρίψω

형태분석: μεταρρίπτ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to turn upside down

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μεταρρίπτω

μεταρρίπτεις

μεταρρίπτει

쌍수 μεταρρίπτετον

μεταρρίπτετον

복수 μεταρρίπτομεν

μεταρρίπτετε

μεταρρίπτουσιν*

접속법단수 μεταρρίπτω

μεταρρίπτῃς

μεταρρίπτῃ

쌍수 μεταρρίπτητον

μεταρρίπτητον

복수 μεταρρίπτωμεν

μεταρρίπτητε

μεταρρίπτωσιν*

기원법단수 μεταρρίπτοιμι

μεταρρίπτοις

μεταρρίπτοι

쌍수 μεταρρίπτοιτον

μεταρριπτοίτην

복수 μεταρρίπτοιμεν

μεταρρίπτοιτε

μεταρρίπτοιεν

명령법단수 μετάρριπτε

μεταρριπτέτω

쌍수 μεταρρίπτετον

μεταρριπτέτων

복수 μεταρρίπτετε

μεταρριπτόντων, μεταρριπτέτωσαν

부정사 μεταρρίπτειν

분사 남성여성중성
μεταρριπτων

μεταρριπτοντος

μεταρριπτουσα

μεταρριπτουσης

μεταρριπτον

μεταρριπτοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μεταρρίπτομαι

μεταρρίπτει, μεταρρίπτῃ

μεταρρίπτεται

쌍수 μεταρρίπτεσθον

μεταρρίπτεσθον

복수 μεταρριπτόμεθα

μεταρρίπτεσθε

μεταρρίπτονται

접속법단수 μεταρρίπτωμαι

μεταρρίπτῃ

μεταρρίπτηται

쌍수 μεταρρίπτησθον

μεταρρίπτησθον

복수 μεταρριπτώμεθα

μεταρρίπτησθε

μεταρρίπτωνται

기원법단수 μεταρριπτοίμην

μεταρρίπτοιο

μεταρρίπτοιτο

쌍수 μεταρρίπτοισθον

μεταρριπτοίσθην

복수 μεταρριπτοίμεθα

μεταρρίπτοισθε

μεταρρίπτοιντο

명령법단수 μεταρρίπτου

μεταρριπτέσθω

쌍수 μεταρρίπτεσθον

μεταρριπτέσθων

복수 μεταρρίπτεσθε

μεταρριπτέσθων, μεταρριπτέσθωσαν

부정사 μεταρρίπτεσθαι

분사 남성여성중성
μεταρριπτομενος

μεταρριπτομενου

μεταρριπτομενη

μεταρριπτομενης

μεταρριπτομενον

μεταρριπτομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μεταρρίψω

μεταρρίψεις

μεταρρίψει

쌍수 μεταρρίψετον

μεταρρίψετον

복수 μεταρρίψομεν

μεταρρίψετε

μεταρρίψουσιν*

기원법단수 μεταρρίψοιμι

μεταρρίψοις

μεταρρίψοι

쌍수 μεταρρίψοιτον

μεταρριψοίτην

복수 μεταρρίψοιμεν

μεταρρίψοιτε

μεταρρίψοιεν

부정사 μεταρρίψειν

분사 남성여성중성
μεταρριψων

μεταρριψοντος

μεταρριψουσα

μεταρριψουσης

μεταρριψον

μεταρριψοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μεταρρίψομαι

μεταρρίψει, μεταρρίψῃ

μεταρρίψεται

쌍수 μεταρρίψεσθον

μεταρρίψεσθον

복수 μεταρριψόμεθα

μεταρρίψεσθε

μεταρρίψονται

기원법단수 μεταρριψοίμην

μεταρρίψοιο

μεταρρίψοιτο

쌍수 μεταρρίψοισθον

μεταρριψοίσθην

복수 μεταρριψοίμεθα

μεταρρίψοισθε

μεταρρίψοιντο

부정사 μεταρρίψεσθαι

분사 남성여성중성
μεταρριψομενος

μεταρριψομενου

μεταρριψομενη

μεταρριψομενης

μεταρριψομενον

μεταρριψομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to turn upside down

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION