헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

μετακαινίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: μετακαινίζω

형태분석: μετα (접두사) + καινίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to model anew

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μετακαινίζω

μετακαινίζεις

μετακαινίζει

쌍수 μετακαινίζετον

μετακαινίζετον

복수 μετακαινίζομεν

μετακαινίζετε

μετακαινίζουσιν*

접속법단수 μετακαινίζω

μετακαινίζῃς

μετακαινίζῃ

쌍수 μετακαινίζητον

μετακαινίζητον

복수 μετακαινίζωμεν

μετακαινίζητε

μετακαινίζωσιν*

기원법단수 μετακαινίζοιμι

μετακαινίζοις

μετακαινίζοι

쌍수 μετακαινίζοιτον

μετακαινιζοίτην

복수 μετακαινίζοιμεν

μετακαινίζοιτε

μετακαινίζοιεν

명령법단수 μετακαίνιζε

μετακαινιζέτω

쌍수 μετακαινίζετον

μετακαινιζέτων

복수 μετακαινίζετε

μετακαινιζόντων, μετακαινιζέτωσαν

부정사 μετακαινίζειν

분사 남성여성중성
μετακαινιζων

μετακαινιζοντος

μετακαινιζουσα

μετακαινιζουσης

μετακαινιζον

μετακαινιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μετακαινίζομαι

μετακαινίζει, μετακαινίζῃ

μετακαινίζεται

쌍수 μετακαινίζεσθον

μετακαινίζεσθον

복수 μετακαινιζόμεθα

μετακαινίζεσθε

μετακαινίζονται

접속법단수 μετακαινίζωμαι

μετακαινίζῃ

μετακαινίζηται

쌍수 μετακαινίζησθον

μετακαινίζησθον

복수 μετακαινιζώμεθα

μετακαινίζησθε

μετακαινίζωνται

기원법단수 μετακαινιζοίμην

μετακαινίζοιο

μετακαινίζοιτο

쌍수 μετακαινίζοισθον

μετακαινιζοίσθην

복수 μετακαινιζοίμεθα

μετακαινίζοισθε

μετακαινίζοιντο

명령법단수 μετακαινίζου

μετακαινιζέσθω

쌍수 μετακαινίζεσθον

μετακαινιζέσθων

복수 μετακαινίζεσθε

μετακαινιζέσθων, μετακαινιζέσθωσαν

부정사 μετακαινίζεσθαι

분사 남성여성중성
μετακαινιζομενος

μετακαινιζομενου

μετακαινιζομενη

μετακαινιζομενης

μετακαινιζομενον

μετακαινιζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to model anew

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION