헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

μελοποιέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: μελοποιέω μελοποιήσω

형태분석: μελοποιέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: from melopoio/s

  1. to make lyric poems

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μελοποίω

μελοποίεις

μελοποίει

쌍수 μελοποίειτον

μελοποίειτον

복수 μελοποίουμεν

μελοποίειτε

μελοποίουσιν*

접속법단수 μελοποίω

μελοποίῃς

μελοποίῃ

쌍수 μελοποίητον

μελοποίητον

복수 μελοποίωμεν

μελοποίητε

μελοποίωσιν*

기원법단수 μελοποίοιμι

μελοποίοις

μελοποίοι

쌍수 μελοποίοιτον

μελοποιοίτην

복수 μελοποίοιμεν

μελοποίοιτε

μελοποίοιεν

명령법단수 μελοποῖει

μελοποιεῖτω

쌍수 μελοποίειτον

μελοποιεῖτων

복수 μελοποίειτε

μελοποιοῦντων, μελοποιεῖτωσαν

부정사 μελοποίειν

분사 남성여성중성
μελοποιων

μελοποιουντος

μελοποιουσα

μελοποιουσης

μελοποιουν

μελοποιουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μελοποίουμαι

μελοποίει, μελοποίῃ

μελοποίειται

쌍수 μελοποίεισθον

μελοποίεισθον

복수 μελοποιοῦμεθα

μελοποίεισθε

μελοποίουνται

접속법단수 μελοποίωμαι

μελοποίῃ

μελοποίηται

쌍수 μελοποίησθον

μελοποίησθον

복수 μελοποιώμεθα

μελοποίησθε

μελοποίωνται

기원법단수 μελοποιοίμην

μελοποίοιο

μελοποίοιτο

쌍수 μελοποίοισθον

μελοποιοίσθην

복수 μελοποιοίμεθα

μελοποίοισθε

μελοποίοιντο

명령법단수 μελοποίου

μελοποιεῖσθω

쌍수 μελοποίεισθον

μελοποιεῖσθων

복수 μελοποίεισθε

μελοποιεῖσθων, μελοποιεῖσθωσαν

부정사 μελοποίεισθαι

분사 남성여성중성
μελοποιουμενος

μελοποιουμενου

μελοποιουμενη

μελοποιουμενης

μελοποιουμενον

μελοποιουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μελοποιήσω

μελοποιήσεις

μελοποιήσει

쌍수 μελοποιήσετον

μελοποιήσετον

복수 μελοποιήσομεν

μελοποιήσετε

μελοποιήσουσιν*

기원법단수 μελοποιήσοιμι

μελοποιήσοις

μελοποιήσοι

쌍수 μελοποιήσοιτον

μελοποιησοίτην

복수 μελοποιήσοιμεν

μελοποιήσοιτε

μελοποιήσοιεν

부정사 μελοποιήσειν

분사 남성여성중성
μελοποιησων

μελοποιησοντος

μελοποιησουσα

μελοποιησουσης

μελοποιησον

μελοποιησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μελοποιήσομαι

μελοποιήσει, μελοποιήσῃ

μελοποιήσεται

쌍수 μελοποιήσεσθον

μελοποιήσεσθον

복수 μελοποιησόμεθα

μελοποιήσεσθε

μελοποιήσονται

기원법단수 μελοποιησοίμην

μελοποιήσοιο

μελοποιήσοιτο

쌍수 μελοποιήσοισθον

μελοποιησοίσθην

복수 μελοποιησοίμεθα

μελοποιήσοισθε

μελοποιήσοιντο

부정사 μελοποιήσεσθαι

분사 남성여성중성
μελοποιησομενος

μελοποιησομενου

μελοποιησομενη

μελοποιησομενης

μελοποιησομενον

μελοποιησομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION