Ancient Greek-English Dictionary Language

μεγαλόφωνος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: μεγαλόφωνος μεγαλόφωνον

Structure: μεγαλοφων (Stem) + ος (Ending)

Etym.: fwnh/

Sense

  1. loud-voiced

Examples

  • διαταράξαντεσ γοῦν τοὺσ λόγουσ καὶ τὸ ἐξ ἀρχῆσ ἐπισκοπούμενον συγχέαντεσ ἀπίασι λοιδορησάμενοι ἀλλήλοισ οἱ πολλοί, τὸν ἱδρῶτα ἐκ τοῦ μετώπου ἀγκύλῳ τῷ δακτύλῳ ἀποξυόμενοι, καὶ οὗτοσ κρατεῖν ἔδοξεν ὃσ ἂν μεγαλοφωνότεροσ αὐτῶν ᾖ καὶ θρασύτεροσ καὶ διαλυομένων ἀπέλθῃ ὕστεροσ. (Lucian, Bis accusatus sive tribunalia, (no name) 11:10)

Synonyms

  1. loud-voiced

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION