헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

λαβροποτέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: λαβροποτέω λαβροποτήσω

형태분석: λαβροποτέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: po/tos

  1. to drink hard

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 λαβροπότω

λαβροπότεις

λαβροπότει

쌍수 λαβροπότειτον

λαβροπότειτον

복수 λαβροπότουμεν

λαβροπότειτε

λαβροπότουσιν*

접속법단수 λαβροπότω

λαβροπότῃς

λαβροπότῃ

쌍수 λαβροπότητον

λαβροπότητον

복수 λαβροπότωμεν

λαβροπότητε

λαβροπότωσιν*

기원법단수 λαβροπότοιμι

λαβροπότοις

λαβροπότοι

쌍수 λαβροπότοιτον

λαβροποτοίτην

복수 λαβροπότοιμεν

λαβροπότοιτε

λαβροπότοιεν

명령법단수 λαβροπο͂τει

λαβροποτεῖτω

쌍수 λαβροπότειτον

λαβροποτεῖτων

복수 λαβροπότειτε

λαβροποτοῦντων, λαβροποτεῖτωσαν

부정사 λαβροπότειν

분사 남성여성중성
λαβροποτων

λαβροποτουντος

λαβροποτουσα

λαβροποτουσης

λαβροποτουν

λαβροποτουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 λαβροπότουμαι

λαβροπότει, λαβροπότῃ

λαβροπότειται

쌍수 λαβροπότεισθον

λαβροπότεισθον

복수 λαβροποτοῦμεθα

λαβροπότεισθε

λαβροπότουνται

접속법단수 λαβροπότωμαι

λαβροπότῃ

λαβροπότηται

쌍수 λαβροπότησθον

λαβροπότησθον

복수 λαβροποτώμεθα

λαβροπότησθε

λαβροπότωνται

기원법단수 λαβροποτοίμην

λαβροπότοιο

λαβροπότοιτο

쌍수 λαβροπότοισθον

λαβροποτοίσθην

복수 λαβροποτοίμεθα

λαβροπότοισθε

λαβροπότοιντο

명령법단수 λαβροπότου

λαβροποτεῖσθω

쌍수 λαβροπότεισθον

λαβροποτεῖσθων

복수 λαβροπότεισθε

λαβροποτεῖσθων, λαβροποτεῖσθωσαν

부정사 λαβροπότεισθαι

분사 남성여성중성
λαβροποτουμενος

λαβροποτουμενου

λαβροποτουμενη

λαβροποτουμενης

λαβροποτουμενον

λαβροποτουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 λαβροποτήσω

λαβροποτήσεις

λαβροποτήσει

쌍수 λαβροποτήσετον

λαβροποτήσετον

복수 λαβροποτήσομεν

λαβροποτήσετε

λαβροποτήσουσιν*

기원법단수 λαβροποτήσοιμι

λαβροποτήσοις

λαβροποτήσοι

쌍수 λαβροποτήσοιτον

λαβροποτησοίτην

복수 λαβροποτήσοιμεν

λαβροποτήσοιτε

λαβροποτήσοιεν

부정사 λαβροποτήσειν

분사 남성여성중성
λαβροποτησων

λαβροποτησοντος

λαβροποτησουσα

λαβροποτησουσης

λαβροποτησον

λαβροποτησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 λαβροποτήσομαι

λαβροποτήσει, λαβροποτήσῃ

λαβροποτήσεται

쌍수 λαβροποτήσεσθον

λαβροποτήσεσθον

복수 λαβροποτησόμεθα

λαβροποτήσεσθε

λαβροποτήσονται

기원법단수 λαβροποτησοίμην

λαβροποτήσοιο

λαβροποτήσοιτο

쌍수 λαβροποτήσοισθον

λαβροποτησοίσθην

복수 λαβροποτησοίμεθα

λαβροποτήσοισθε

λαβροποτήσοιντο

부정사 λαβροποτήσεσθαι

분사 남성여성중성
λαβροποτησομενος

λαβροποτησομενου

λαβροποτησομενη

λαβροποτησομενης

λαβροποτησομενον

λαβροποτησομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to drink hard

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION