헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전

κύνειος

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κύνειος κύνειᾱ κύνειον

형태분석: κυνει (어간) + ος (어미)

뜻

  1. of, belonging to a dog, dog's, dog's flesh

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 κύνειος

(이)가

κυνείᾱ

(이)가

κύνειον

(것)가

속격 κυνείου

(이)의

κυνείᾱς

(이)의

κυνείου

(것)의

여격 κυνείῳ

(이)에게

κυνείᾱͅ

(이)에게

κυνείῳ

(것)에게

대격 κύνειον

(이)를

κυνείᾱν

(이)를

κύνειον

(것)를

호격 κύνειε

(이)야

κυνείᾱ

(이)야

κύνειον

(것)야

쌍수주/대/호 κυνείω

(이)들이

κυνείᾱ

(이)들이

κυνείω

(것)들이

속/여 κυνείοιν

(이)들의

κυνείαιν

(이)들의

κυνείοιν

(것)들의

복수주격 κύνειοι

(이)들이

κύνειαι

(이)들이

κύνεια

(것)들이

속격 κυνείων

(이)들의

κυνειῶν

(이)들의

κυνείων

(것)들의

여격 κυνείοις

(이)들에게

κυνείαις

(이)들에게

κυνείοις

(것)들에게

대격 κυνείους

(이)들을

κυνείᾱς

(이)들을

κύνεια

(것)들을

호격 κύνειοι

(이)들아

κύνειαι

(이)들아

κύνεια

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • διὸ μὴδύνασθαι παντάπασιν ἐκβῆναι τὴν αὑτῶν φύσιν, ἀλλὰ μικρὸν μέν τι διασῴζειν τῆσ Ὀρφέωσ διδασκαλίασ, τὸ πολὺ δ’ αὐτοῖσ ἐμμένειν κύνειον τοῦ μέλουσ. (Dio, Chrysostom, Orationes, 88:4)

    (디오, 크리소토모스, 연설, 88:4)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION