Ancient Greek-English Dictionary Language

κυανόχρους

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: κυανόχρους κυανόχρουν

Structure: κυανοχρο (Stem) + ος (Ending)

Etym.: xro/a

Sense

  1. dark-coloured, dark-looking

Examples

  • κυανόχρωσ δ’ ἀμίασ ἐπὶ τοῖσ μέγασ, ὅσ τε θαλάσσησ πάσησ βένθεα οἶδε, Ποσειδάωνοσ ὑποδμώσ, καρῖδὲσ θ’, αἳ Ζηνὸσ Ὀλυμπίου εἰσὶν ἀοιδή,1 αἳ δὴ γήραι κυφαὶ ἔσαν, χρησταὶ δὲ πάσασθαι. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 4, book 4, chapter 12 11:4)
  • τὰ δὲ ψυχρὰ ἐν τέτταρσι γίγνεται κατὰ τὴν λέξιν, ἔν τε τοῖσ διπλοῖσ ὀνόμασιν, οἱο͂ν Λυκόφρων "τὸν πολυπρόσωπον οὐρανὸν τῆσ μεγαλοκορύφου γῆσ" , καὶ "ἀκτὴν δὲ στενοπόρον" , καὶ ὡσ Γοργίασ ὠνόμαζεν "πτωχομουσοκόλοκασ ἐπιορκήσαντασ κατ’ εὐορκήσαντοσ" , καὶ ὡσ Ἀλκιδάμασ "μένουσ μὲν τὴν ψυχὴν πληρουμένην, πυρίχρων δὲ τὴν ὄψιν γιγνομένην" , καὶ "τελεσφόρον" ᾠήθη τὴν προθυμίαν αὐτῶν γενήσεσθαι, καὶ "τελεσφόρον" τὴν πειθὼ τῶν λόγων κατέστησεν, καὶ "κυανόχρων" τὸ τῆσ θαλάττησ ἔδαφοσ· (Aristotle, Rhetoric, Book 3, chapter 3 1:1)

Synonyms

  1. dark-coloured

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION