Ancient Greek-English Dictionary Language

κομπάζω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: κομπάζω

Structure: κομπάζ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: = kompe/w

Sense

  1. to vaunt, boast, brag, to speak big
  2. to boast of, to boast, to be renowned, loudly spoken, is he said to be

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular κομπάζω κομπάζεις κομπάζει
Dual κομπάζετον κομπάζετον
Plural κομπάζομεν κομπάζετε κομπάζουσιν*
SubjunctiveSingular κομπάζω κομπάζῃς κομπάζῃ
Dual κομπάζητον κομπάζητον
Plural κομπάζωμεν κομπάζητε κομπάζωσιν*
OptativeSingular κομπάζοιμι κομπάζοις κομπάζοι
Dual κομπάζοιτον κομπαζοίτην
Plural κομπάζοιμεν κομπάζοιτε κομπάζοιεν
ImperativeSingular κόμπαζε κομπαζέτω
Dual κομπάζετον κομπαζέτων
Plural κομπάζετε κομπαζόντων, κομπαζέτωσαν
Infinitive κομπάζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
κομπαζων κομπαζοντος κομπαζουσα κομπαζουσης κομπαζον κομπαζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular κομπάζομαι κομπάζει, κομπάζῃ κομπάζεται
Dual κομπάζεσθον κομπάζεσθον
Plural κομπαζόμεθα κομπάζεσθε κομπάζονται
SubjunctiveSingular κομπάζωμαι κομπάζῃ κομπάζηται
Dual κομπάζησθον κομπάζησθον
Plural κομπαζώμεθα κομπάζησθε κομπάζωνται
OptativeSingular κομπαζοίμην κομπάζοιο κομπάζοιτο
Dual κομπάζοισθον κομπαζοίσθην
Plural κομπαζοίμεθα κομπάζοισθε κομπάζοιντο
ImperativeSingular κομπάζου κομπαζέσθω
Dual κομπάζεσθον κομπαζέσθων
Plural κομπάζεσθε κομπαζέσθων, κομπαζέσθωσαν
Infinitive κομπάζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
κομπαζομενος κομπαζομενου κομπαζομενη κομπαζομενης κομπαζομενον κομπαζομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • καὶ ἀπὸ τοῦδε αὐτούσ, καὶ τὰ ἄλλα κομπάζων περὶ τοῦ Μιθριδάτου καὶ ἐσ μέγα ἐπαίρων, ἐσ φιλίαν ὑπηγάγετο· (Appian, The Foreign Wars, chapter 5 1:4)
  • ἔπειτα ἐπιβὰσ τῷ νεκρῷ τό τε ξίφοσ ᾑμαγμένον ἀνέσειε καὶ τῇ λαιᾷ τὸν θυρεὸν ἐπηλάλαξέ τε τῇ στρατιᾷ πολλὰ καὶ πρὸσ τὸν πεσόντα κομπάζων καὶ τοὺσ ὁρῶντασ Ῥωμαίουσ ἐπισκώπτων, ἑώσ αὐτὸν ἀνασκιρτῶντα καὶ ματαί̈ζοντα Πρῖσκόσ τισ ἑκατοντάρχησ τοξεύσασ διήλασε βέλει· (Flavius Josephus, De bello Judaico libri vii, 194:1)

Synonyms

  1. to vaunt

  2. to boast of

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION