- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

κηλητήριος?

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration: kēlētērios

Principal Part: κηλητήριος κηλητήρια κηλητήριον

Structure: κηλητηρι (Stem) + ος (Ending)

Etym.: κηλέω

Sense

  1. charming, appeasing

Examples

  • Ὦ παῖ Πηλέως, πατὴρ δ ἐμός, δέξαι χοάς μοι τάσδε κηλητηρίους, νεκρῶν ἀγωγούς: (Euripides, Hecuba, episode 1:12)
  • ἐὰν γὰρ ἀμφίθρεπτον αἷμα τῶν ἐμῶν σφαγῶν ἐνέγκῃ χερσίν, ᾗ μελαγχόλους ἔβαψεν ἰοὺς θρέμμα Λερναίας ὕδρας, ἔσται φρενός σοι τοῦτο κηλητήριον τῆς Ἡρακλείας, ὥστε μήτιν εἰσιδὼν στέρξει γυναῖκα κεῖνος ἀντὶ σοῦ πλέον. (Sophocles, Trachiniae, episode18)

Synonyms

  1. charming

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION