헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κεφαλαλγής

3군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κεφαλαλγής κεφαλαλγές

형태분석: κεφαλαλγη (어간) + ς (어미)

어원: a)lge/w

  1. causing headache

곡용 정보

3군 변화
남/여성 중성
단수주격 κεφαλαλγής

(이)가

κεφάλαλγες

(것)가

속격 κεφαλαλγούς

(이)의

κεφαλάλγους

(것)의

여격 κεφαλαλγεί

(이)에게

κεφαλάλγει

(것)에게

대격 κεφαλαλγή

(이)를

κεφάλαλγες

(것)를

호격 κεφαλαλγές

(이)야

κεφάλαλγες

(것)야

쌍수주/대/호 κεφαλαλγεί

(이)들이

κεφαλάλγει

(것)들이

속/여 κεφαλαλγοίν

(이)들의

κεφαλάλγοιν

(것)들의

복수주격 κεφαλαλγείς

(이)들이

κεφαλάλγη

(것)들이

속격 κεφαλαλγών

(이)들의

κεφαλάλγων

(것)들의

여격 κεφαλαλγέσιν*

(이)들에게

κεφαλάλγεσιν*

(것)들에게

대격 κεφαλαλγείς

(이)들을

κεφαλάλγη

(것)들을

호격 κεφαλαλγείς

(이)들아

κεφαλάλγη

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • Δίφιλοσ δὲ φησιν ὁ Σίφνιοσ τὰσ ἐλάασ ὀλιγοτρόφουσ εἶναι καὶ κεφαλαλγεῖσ, τὰσ δὲ μελαίνασ καὶ κακοστομαχωτέρασ καὶ βαρύνειν τὴν κεφαλήν, τὰσ δὲ κολυμβάδασ καλουμένασ εὐστομαχωτέρασ εἶναι καὶ κοιλίασ στατικάσ, τὰσ δὲ θλαστὰσ μελαίνασ εὐστομαχωτέρασ εἶναι. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 2, book 2, chapter 475)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 2, book 2, chapter 475)

  • "σὺ πυρέττεισ, σὺ κεφαλαλγεῖσ, σὺ ποδαγρᾷσ· (Epictetus, Works, book 3, 73:1)

    (에픽테토스, Works, book 3, 73:1)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION