헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κατοπάζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κατοπάζω

형태분석: κατ (접두사) + ὀπάζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to follow hard upon

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατοπάζω

κατοπάζεις

κατοπάζει

쌍수 κατοπάζετον

κατοπάζετον

복수 κατοπάζομεν

κατοπάζετε

κατοπάζουσιν*

접속법단수 κατοπάζω

κατοπάζῃς

κατοπάζῃ

쌍수 κατοπάζητον

κατοπάζητον

복수 κατοπάζωμεν

κατοπάζητε

κατοπάζωσιν*

기원법단수 κατοπάζοιμι

κατοπάζοις

κατοπάζοι

쌍수 κατοπάζοιτον

κατοπαζοίτην

복수 κατοπάζοιμεν

κατοπάζοιτε

κατοπάζοιεν

명령법단수 κατόπαζε

κατοπαζέτω

쌍수 κατοπάζετον

κατοπαζέτων

복수 κατοπάζετε

κατοπαζόντων, κατοπαζέτωσαν

부정사 κατοπάζειν

분사 남성여성중성
κατοπαζων

κατοπαζοντος

κατοπαζουσα

κατοπαζουσης

κατοπαζον

κατοπαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατοπάζομαι

κατοπάζει, κατοπάζῃ

κατοπάζεται

쌍수 κατοπάζεσθον

κατοπάζεσθον

복수 κατοπαζόμεθα

κατοπάζεσθε

κατοπάζονται

접속법단수 κατοπάζωμαι

κατοπάζῃ

κατοπάζηται

쌍수 κατοπάζησθον

κατοπάζησθον

복수 κατοπαζώμεθα

κατοπάζησθε

κατοπάζωνται

기원법단수 κατοπαζοίμην

κατοπάζοιο

κατοπάζοιτο

쌍수 κατοπάζοισθον

κατοπαζοίσθην

복수 κατοπαζοίμεθα

κατοπάζοισθε

κατοπάζοιντο

명령법단수 κατοπάζου

κατοπαζέσθω

쌍수 κατοπάζεσθον

κατοπαζέσθων

복수 κατοπάζεσθε

κατοπαζέσθων, κατοπαζέσθωσαν

부정사 κατοπάζεσθαι

분사 남성여성중성
κατοπαζομενος

κατοπαζομενου

κατοπαζομενη

κατοπαζομενης

κατοπαζομενον

κατοπαζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to follow hard upon

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION