Ancient Greek-English Dictionary Language

κατασικελίζω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: κατασικελίζω

Structure: κατασικελίζ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to Sicilise, to consume), peculations

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular κατασικελίζω κατασικελίζεις κατασικελίζει
Dual κατασικελίζετον κατασικελίζετον
Plural κατασικελίζομεν κατασικελίζετε κατασικελίζουσιν*
SubjunctiveSingular κατασικελίζω κατασικελίζῃς κατασικελίζῃ
Dual κατασικελίζητον κατασικελίζητον
Plural κατασικελίζωμεν κατασικελίζητε κατασικελίζωσιν*
OptativeSingular κατασικελίζοιμι κατασικελίζοις κατασικελίζοι
Dual κατασικελίζοιτον κατασικελιζοίτην
Plural κατασικελίζοιμεν κατασικελίζοιτε κατασικελίζοιεν
ImperativeSingular κατασικέλιζε κατασικελιζέτω
Dual κατασικελίζετον κατασικελιζέτων
Plural κατασικελίζετε κατασικελιζόντων, κατασικελιζέτωσαν
Infinitive κατασικελίζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
κατασικελιζων κατασικελιζοντος κατασικελιζουσα κατασικελιζουσης κατασικελιζον κατασικελιζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular κατασικελίζομαι κατασικελίζει, κατασικελίζῃ κατασικελίζεται
Dual κατασικελίζεσθον κατασικελίζεσθον
Plural κατασικελιζόμεθα κατασικελίζεσθε κατασικελίζονται
SubjunctiveSingular κατασικελίζωμαι κατασικελίζῃ κατασικελίζηται
Dual κατασικελίζησθον κατασικελίζησθον
Plural κατασικελιζώμεθα κατασικελίζησθε κατασικελίζωνται
OptativeSingular κατασικελιζοίμην κατασικελίζοιο κατασικελίζοιτο
Dual κατασικελίζοισθον κατασικελιζοίσθην
Plural κατασικελιζοίμεθα κατασικελίζοισθε κατασικελίζοιντο
ImperativeSingular κατασικελίζου κατασικελιζέσθω
Dual κατασικελίζεσθον κατασικελιζέσθων
Plural κατασικελίζεσθε κατασικελιζέσθων, κατασικελιζέσθωσαν
Infinitive κατασικελίζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
κατασικελιζομενος κατασικελιζομενου κατασικελιζομενη κατασικελιζομενης κατασικελιζομενον κατασικελιζομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION