헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κατασικελίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κατασικελίζω

형태분석: κατασικελίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to Sicilise, to consume), peculations

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατασικελίζω

κατασικελίζεις

κατασικελίζει

쌍수 κατασικελίζετον

κατασικελίζετον

복수 κατασικελίζομεν

κατασικελίζετε

κατασικελίζουσιν*

접속법단수 κατασικελίζω

κατασικελίζῃς

κατασικελίζῃ

쌍수 κατασικελίζητον

κατασικελίζητον

복수 κατασικελίζωμεν

κατασικελίζητε

κατασικελίζωσιν*

기원법단수 κατασικελίζοιμι

κατασικελίζοις

κατασικελίζοι

쌍수 κατασικελίζοιτον

κατασικελιζοίτην

복수 κατασικελίζοιμεν

κατασικελίζοιτε

κατασικελίζοιεν

명령법단수 κατασικέλιζε

κατασικελιζέτω

쌍수 κατασικελίζετον

κατασικελιζέτων

복수 κατασικελίζετε

κατασικελιζόντων, κατασικελιζέτωσαν

부정사 κατασικελίζειν

분사 남성여성중성
κατασικελιζων

κατασικελιζοντος

κατασικελιζουσα

κατασικελιζουσης

κατασικελιζον

κατασικελιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατασικελίζομαι

κατασικελίζει, κατασικελίζῃ

κατασικελίζεται

쌍수 κατασικελίζεσθον

κατασικελίζεσθον

복수 κατασικελιζόμεθα

κατασικελίζεσθε

κατασικελίζονται

접속법단수 κατασικελίζωμαι

κατασικελίζῃ

κατασικελίζηται

쌍수 κατασικελίζησθον

κατασικελίζησθον

복수 κατασικελιζώμεθα

κατασικελίζησθε

κατασικελίζωνται

기원법단수 κατασικελιζοίμην

κατασικελίζοιο

κατασικελίζοιτο

쌍수 κατασικελίζοισθον

κατασικελιζοίσθην

복수 κατασικελιζοίμεθα

κατασικελίζοισθε

κατασικελίζοιντο

명령법단수 κατασικελίζου

κατασικελιζέσθω

쌍수 κατασικελίζεσθον

κατασικελιζέσθων

복수 κατασικελίζεσθε

κατασικελιζέσθων, κατασικελιζέσθωσαν

부정사 κατασικελίζεσθαι

분사 남성여성중성
κατασικελιζομενος

κατασικελιζομενου

κατασικελιζομενη

κατασικελιζομενης

κατασικελιζομενον

κατασικελιζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION