고전 발음: [] 신약 발음: []
Principal Part: καταληπτικός καταληπτική καταληπτικόν
Structure: καταληπτικ (Stem) + ος (Ending)
| Masculine | Feminine | Neuter | ||
|---|---|---|---|---|
| Singular | Nominative | καταληπτικός | καταληπτική | καταληπτικόν |
| Genitive | καταληπτικοῦ | καταληπτικῆς | καταληπτικοῦ | |
| Dative | καταληπτικῷ | καταληπτικῇ | καταληπτικῷ | |
| Accusative | καταληπτικόν | καταληπτικήν | καταληπτικόν | |
| Vocative | καταληπτικέ | καταληπτική | καταληπτικόν | |
| Dual | N/A/V | καταληπτικώ | καταληπτικᾱ́ | καταληπτικώ |
| G/D | καταληπτικοῖν | καταληπτικαῖν | καταληπτικοῖν | |
| Plural | Nominative | καταληπτικοί | καταληπτικαί | καταληπτικά |
| Genitive | καταληπτικῶν | καταληπτικῶν | καταληπτικῶν | |
| Dative | καταληπτικοῖς | καταληπτικαῖς | καταληπτικοῖς | |
| Accusative | καταληπτικούς | καταληπτικᾱ́ς | καταληπτικά | |
| Vocative | καταληπτικοί | καταληπτικαί | καταληπτικά | |
| Positive | Comparative | Superlative | |
|---|---|---|---|
| Adjective | καταληπτικός καταληπτικοῦ | καταληπτικότερος καταληπτικοτεροῦ | καταληπτικότατος καταληπτικοτατοῦ |
| Adverb | καταληπτικώς | καταληπτικότερον | καταληπτικότατα |
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
Find this word at Perseus Greek Word Study Tool고전 발음: [] 신약 발음: []

이 저작물은 크리에이티브 커먼즈 저작자표시-비영리 4.0 국제 라이선스에 따라 이용할 수 있습니다.
bab2min@gmail.com
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기