헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

καρτερούντως

부사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: καρτερούντως

어원: kartere/w의 부사형

  1. 굳이, 불끈
  1. strongly, stoutly

예문

  • οὐκ οἶδα, ἔφην ἐγώ, τὰσ ἁρμονίασ, ἀλλὰ κατάλειπε ἐκείνην τὴν ἁρμονίαν, ἣ ἔν τε πολεμικῇ πράξει ὄντοσ ἀνδρείου καὶ ἐν πάσῃ βιαίῳ ἐργασίᾳ πρεπόντωσ ἂν μιμήσαιτο φθόγγουσ τε καὶ προσῳδίασ, καὶ ἀποτυχόντοσ ἢ εἰσ τραύματα ἢ εἰσ θανάτουσ ἰόντοσ ἢ εἴσ τινα ἄλλην συμφορὰν πεσόντοσ, ἐν πᾶσι τούτοισ παρατεταγμένωσ καὶ καρτερούντωσ ἀμυνομένου τὴν τύχην· (Plato, Republic, book 3 266:1)

    (플라톤, Republic, book 3 266:1)

유의어

  1. 굳이

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION