헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐπιστομίζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐπιστομίζω ἐπιστομιῶ

형태분석: ἐπιστομίζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: sto/ma

  1. 막다, 억제하다, 제압하다, 멈추게 하다
  2. 멈추다, 정지시키다, 정지하다
  1. to curb in, to curb, bridle
  2. to put on the mouth-piece, to stop
  3. to throw on his face

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπιστομίζω

(나는) 막는다

ἐπιστομίζεις

(너는) 막는다

ἐπιστομίζει

(그는) 막는다

쌍수 ἐπιστομίζετον

(너희 둘은) 막는다

ἐπιστομίζετον

(그 둘은) 막는다

복수 ἐπιστομίζομεν

(우리는) 막는다

ἐπιστομίζετε

(너희는) 막는다

ἐπιστομίζουσιν*

(그들은) 막는다

접속법단수 ἐπιστομίζω

(나는) 막자

ἐπιστομίζῃς

(너는) 막자

ἐπιστομίζῃ

(그는) 막자

쌍수 ἐπιστομίζητον

(너희 둘은) 막자

ἐπιστομίζητον

(그 둘은) 막자

복수 ἐπιστομίζωμεν

(우리는) 막자

ἐπιστομίζητε

(너희는) 막자

ἐπιστομίζωσιν*

(그들은) 막자

기원법단수 ἐπιστομίζοιμι

(나는) 막기를 (바라다)

ἐπιστομίζοις

(너는) 막기를 (바라다)

ἐπιστομίζοι

(그는) 막기를 (바라다)

쌍수 ἐπιστομίζοιτον

(너희 둘은) 막기를 (바라다)

ἐπιστομιζοίτην

(그 둘은) 막기를 (바라다)

복수 ἐπιστομίζοιμεν

(우리는) 막기를 (바라다)

ἐπιστομίζοιτε

(너희는) 막기를 (바라다)

ἐπιστομίζοιεν

(그들은) 막기를 (바라다)

명령법단수 ἐπιστόμιζε

(너는) 막아라

ἐπιστομιζέτω

(그는) 막아라

쌍수 ἐπιστομίζετον

(너희 둘은) 막아라

ἐπιστομιζέτων

(그 둘은) 막아라

복수 ἐπιστομίζετε

(너희는) 막아라

ἐπιστομιζόντων, ἐπιστομιζέτωσαν

(그들은) 막아라

부정사 ἐπιστομίζειν

막는 것

분사 남성여성중성
ἐπιστομιζων

ἐπιστομιζοντος

ἐπιστομιζουσα

ἐπιστομιζουσης

ἐπιστομιζον

ἐπιστομιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπιστομίζομαι

(나는) 막힌다

ἐπιστομίζει, ἐπιστομίζῃ

(너는) 막힌다

ἐπιστομίζεται

(그는) 막힌다

쌍수 ἐπιστομίζεσθον

(너희 둘은) 막힌다

ἐπιστομίζεσθον

(그 둘은) 막힌다

복수 ἐπιστομιζόμεθα

(우리는) 막힌다

ἐπιστομίζεσθε

(너희는) 막힌다

ἐπιστομίζονται

(그들은) 막힌다

접속법단수 ἐπιστομίζωμαι

(나는) 막히자

ἐπιστομίζῃ

(너는) 막히자

ἐπιστομίζηται

(그는) 막히자

쌍수 ἐπιστομίζησθον

(너희 둘은) 막히자

ἐπιστομίζησθον

(그 둘은) 막히자

복수 ἐπιστομιζώμεθα

(우리는) 막히자

ἐπιστομίζησθε

(너희는) 막히자

ἐπιστομίζωνται

(그들은) 막히자

기원법단수 ἐπιστομιζοίμην

(나는) 막히기를 (바라다)

ἐπιστομίζοιο

(너는) 막히기를 (바라다)

ἐπιστομίζοιτο

(그는) 막히기를 (바라다)

쌍수 ἐπιστομίζοισθον

(너희 둘은) 막히기를 (바라다)

ἐπιστομιζοίσθην

(그 둘은) 막히기를 (바라다)

복수 ἐπιστομιζοίμεθα

(우리는) 막히기를 (바라다)

ἐπιστομίζοισθε

(너희는) 막히기를 (바라다)

ἐπιστομίζοιντο

(그들은) 막히기를 (바라다)

명령법단수 ἐπιστομίζου

(너는) 막혀라

ἐπιστομιζέσθω

(그는) 막혀라

쌍수 ἐπιστομίζεσθον

(너희 둘은) 막혀라

ἐπιστομιζέσθων

(그 둘은) 막혀라

복수 ἐπιστομίζεσθε

(너희는) 막혀라

ἐπιστομιζέσθων, ἐπιστομιζέσθωσαν

(그들은) 막혀라

부정사 ἐπιστομίζεσθαι

막히는 것

분사 남성여성중성
ἐπιστομιζομενος

ἐπιστομιζομενου

ἐπιστομιζομενη

ἐπιστομιζομενης

ἐπιστομιζομενον

ἐπιστομιζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπιστομίω

(나는) 막겠다

ἐπιστομίεις

(너는) 막겠다

ἐπιστομίει

(그는) 막겠다

쌍수 ἐπιστομίειτον

(너희 둘은) 막겠다

ἐπιστομίειτον

(그 둘은) 막겠다

복수 ἐπιστομίουμεν

(우리는) 막겠다

ἐπιστομίειτε

(너희는) 막겠다

ἐπιστομίουσιν*

(그들은) 막겠다

기원법단수 ἐπιστομίοιμι

(나는) 막겠기를 (바라다)

ἐπιστομίοις

(너는) 막겠기를 (바라다)

ἐπιστομίοι

(그는) 막겠기를 (바라다)

쌍수 ἐπιστομίοιτον

(너희 둘은) 막겠기를 (바라다)

ἐπιστομιοίτην

(그 둘은) 막겠기를 (바라다)

복수 ἐπιστομίοιμεν

(우리는) 막겠기를 (바라다)

ἐπιστομίοιτε

(너희는) 막겠기를 (바라다)

ἐπιστομίοιεν

(그들은) 막겠기를 (바라다)

부정사 ἐπιστομίειν

막을 것

분사 남성여성중성
ἐπιστομιων

ἐπιστομιουντος

ἐπιστομιουσα

ἐπιστομιουσης

ἐπιστομιουν

ἐπιστομιουντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπιστομίουμαι

(나는) 막히겠다

ἐπιστομίει, ἐπιστομίῃ

(너는) 막히겠다

ἐπιστομίειται

(그는) 막히겠다

쌍수 ἐπιστομίεισθον

(너희 둘은) 막히겠다

ἐπιστομίεισθον

(그 둘은) 막히겠다

복수 ἐπιστομιοῦμεθα

(우리는) 막히겠다

ἐπιστομίεισθε

(너희는) 막히겠다

ἐπιστομίουνται

(그들은) 막히겠다

기원법단수 ἐπιστομιοίμην

(나는) 막히겠기를 (바라다)

ἐπιστομίοιο

(너는) 막히겠기를 (바라다)

ἐπιστομίοιτο

(그는) 막히겠기를 (바라다)

쌍수 ἐπιστομίοισθον

(너희 둘은) 막히겠기를 (바라다)

ἐπιστομιοίσθην

(그 둘은) 막히겠기를 (바라다)

복수 ἐπιστομιοίμεθα

(우리는) 막히겠기를 (바라다)

ἐπιστομίοισθε

(너희는) 막히겠기를 (바라다)

ἐπιστομίοιντο

(그들은) 막히겠기를 (바라다)

부정사 ἐπιστομίεισθαι

막힐 것

분사 남성여성중성
ἐπιστομιουμενος

ἐπιστομιουμενου

ἐπιστομιουμενη

ἐπιστομιουμενης

ἐπιστομιουμενον

ἐπιστομιουμενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἠπιστόμιζον

(나는) 막고 있었다

ἠπιστόμιζες

(너는) 막고 있었다

ἠπιστόμιζεν*

(그는) 막고 있었다

쌍수 ἠπιστομίζετον

(너희 둘은) 막고 있었다

ἠπιστομιζέτην

(그 둘은) 막고 있었다

복수 ἠπιστομίζομεν

(우리는) 막고 있었다

ἠπιστομίζετε

(너희는) 막고 있었다

ἠπιστόμιζον

(그들은) 막고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἠπιστομιζόμην

(나는) 막히고 있었다

ἠπιστομίζου

(너는) 막히고 있었다

ἠπιστομίζετο

(그는) 막히고 있었다

쌍수 ἠπιστομίζεσθον

(너희 둘은) 막히고 있었다

ἠπιστομιζέσθην

(그 둘은) 막히고 있었다

복수 ἠπιστομιζόμεθα

(우리는) 막히고 있었다

ἠπιστομίζεσθε

(너희는) 막히고 있었다

ἠπιστομίζοντο

(그들은) 막히고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • εὖ γε, ὦ Τιμόκλεισ, ἐπίχει τῶν βλασφημιῶν ἐν γὰρ τούτῳ σοι τὸ κράτοσ, ὡσ τά γε ἄλλα ἰχθύν σε ἀποφανεῖ ἐπιστομίζων. (Lucian, Juppiter trageodeus, (no name) 35:7)

    (루키아노스, Juppiter trageodeus, (no name) 35:7)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION