Ancient Greek-English Dictionary Language

ἐπιμήκης

Third declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ἐπιμήκης ἐπιμήκες

Structure: ἐπιμηκη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: mh=kos

Sense

  1. longish, oblong

Examples

  • Ὦ Ἰσραήλ, ὡσ μέγασ ὁ οἶκοσ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπιμήκησ ὁ τόποσ τῆσ κτήσεωσ αὐτοῦ. (Septuagint, Liber Baruch 3:24)
  • ἐξελθόντασ δὲ ὑποδέχεται ἠρέμα χλιαινόμενοσ οἶκοσ οὐκ ἀπηνεῖ τῇ θέρμῃ προαπαντῶν, ἐπιμήκησ, ἀμφιστρόγγυλοσ, μεθ’ ὃν ἐν δεξιᾷ οἶκοσ εὖ μάλα φαιδρόσ, ἀλείψασθαι προσηνῶσ παρεχόμενοσ, ἑκατέρωθεν εἰσόδουσ ἔχων Φρυγίῳ λίθῳ κεκαλλωπισμένασ, τοὺσ ἀπὸ παλαίστρασ εἰσιόντασ δεχόμενοσ. (Lucian, (no name) 6:1)
  • μήτε γὰρ ὑψηλὸσ ἄγαν ἔστω καὶ πέρα τοῦ μετρίου ἐπιμήκησ μήτε ταπεινὸσ καὶ νανώδησ τὴν φύσιν, ἀλλ’ ἔμμετροσ ἀκριβῶσ, οὔτε πολύσαρκοσ, ἀπίθανον γάρ, οὔτε λεπτὸσ ἐσ ὑπερβολήν· (Lucian, De saltatione, (no name) 75:1)
  • λευκόσ τε γὰρ καὶ ἡδύσ, εὔπνουσ, εὐανάδοτοσ , λεπτόσ, κεφαλῆσ οὐ καθικνούμενοσ, διουρητικόσ, τούτου δὲ καλλίων ὁ Ταινιωτικὸσ καλούμενοσ, ταινία δ’ ἐστὶν ἐπιμήκησ περὶ τοὺσ αὐτοὺσ τόπουσ, ἀφ’· (Athenaeus, The Deipnosophists, book 1, chapter 60 1:3)
  • καὶ γὰρ ἐπὶ φλεγμον ῇ παχύνεται, ἶσοσ ἀπὸ τῆσ βάσιοσ ἄχρι τοῦ πέρατοσ ἄκρου, ἐπιμήκησ γιγνόμενοσ , καὶ ἐρύθημα ἴσχει. (Aretaeus, The Extant Works of Aretaeus, The Cappadocian., , 84)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION