헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐκτραχύνω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐκτραχύνω ἐκτραχυνῶ

형태분석: ἐκ (접두사) + τραχύν (어간) + ω (인칭어미)

  1. to make rough, to exasperate

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκτραχύνω

ἐκτραχύνεις

ἐκτραχύνει

쌍수 ἐκτραχύνετον

ἐκτραχύνετον

복수 ἐκτραχύνομεν

ἐκτραχύνετε

ἐκτραχύνουσιν*

접속법단수 ἐκτραχύνω

ἐκτραχύνῃς

ἐκτραχύνῃ

쌍수 ἐκτραχύνητον

ἐκτραχύνητον

복수 ἐκτραχύνωμεν

ἐκτραχύνητε

ἐκτραχύνωσιν*

기원법단수 ἐκτραχύνοιμι

ἐκτραχύνοις

ἐκτραχύνοι

쌍수 ἐκτραχύνοιτον

ἐκτραχυνοίτην

복수 ἐκτραχύνοιμεν

ἐκτραχύνοιτε

ἐκτραχύνοιεν

명령법단수 ἐκτράχυνε

ἐκτραχυνέτω

쌍수 ἐκτραχύνετον

ἐκτραχυνέτων

복수 ἐκτραχύνετε

ἐκτραχυνόντων, ἐκτραχυνέτωσαν

부정사 ἐκτραχύνειν

분사 남성여성중성
ἐκτραχυνων

ἐκτραχυνοντος

ἐκτραχυνουσα

ἐκτραχυνουσης

ἐκτραχυνον

ἐκτραχυνοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκτραχύνομαι

ἐκτραχύνει, ἐκτραχύνῃ

ἐκτραχύνεται

쌍수 ἐκτραχύνεσθον

ἐκτραχύνεσθον

복수 ἐκτραχυνόμεθα

ἐκτραχύνεσθε

ἐκτραχύνονται

접속법단수 ἐκτραχύνωμαι

ἐκτραχύνῃ

ἐκτραχύνηται

쌍수 ἐκτραχύνησθον

ἐκτραχύνησθον

복수 ἐκτραχυνώμεθα

ἐκτραχύνησθε

ἐκτραχύνωνται

기원법단수 ἐκτραχυνοίμην

ἐκτραχύνοιο

ἐκτραχύνοιτο

쌍수 ἐκτραχύνοισθον

ἐκτραχυνοίσθην

복수 ἐκτραχυνοίμεθα

ἐκτραχύνοισθε

ἐκτραχύνοιντο

명령법단수 ἐκτραχύνου

ἐκτραχυνέσθω

쌍수 ἐκτραχύνεσθον

ἐκτραχυνέσθων

복수 ἐκτραχύνεσθε

ἐκτραχυνέσθων, ἐκτραχυνέσθωσαν

부정사 ἐκτραχύνεσθαι

분사 남성여성중성
ἐκτραχυνομενος

ἐκτραχυνομενου

ἐκτραχυνομενη

ἐκτραχυνομενης

ἐκτραχυνομενον

ἐκτραχυνομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἔπειτα πρὸσ τὰσ Ἑλληνικὰσ ἐξετραχύνετο πολιτείασ καὶ φανερὸσ ἦν ἤδη τὸν Ἄρατον ἀποσειόμενοσ. (Plutarch, Aratus, chapter 49 1:2)

    (플루타르코스, Aratus, chapter 49 1:2)

유의어

  1. to make rough

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION