헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐκτραχηλίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐκτραχηλίζω ἐκτραχηλιῶ

형태분석: ἐκτραχηλίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to throw the rider over its head, to break one's neck, to plunge headlong into destruction

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκτραχηλίζω

ἐκτραχηλίζεις

ἐκτραχηλίζει

쌍수 ἐκτραχηλίζετον

ἐκτραχηλίζετον

복수 ἐκτραχηλίζομεν

ἐκτραχηλίζετε

ἐκτραχηλίζουσιν*

접속법단수 ἐκτραχηλίζω

ἐκτραχηλίζῃς

ἐκτραχηλίζῃ

쌍수 ἐκτραχηλίζητον

ἐκτραχηλίζητον

복수 ἐκτραχηλίζωμεν

ἐκτραχηλίζητε

ἐκτραχηλίζωσιν*

기원법단수 ἐκτραχηλίζοιμι

ἐκτραχηλίζοις

ἐκτραχηλίζοι

쌍수 ἐκτραχηλίζοιτον

ἐκτραχηλιζοίτην

복수 ἐκτραχηλίζοιμεν

ἐκτραχηλίζοιτε

ἐκτραχηλίζοιεν

명령법단수 ἐκτραχήλιζε

ἐκτραχηλιζέτω

쌍수 ἐκτραχηλίζετον

ἐκτραχηλιζέτων

복수 ἐκτραχηλίζετε

ἐκτραχηλιζόντων, ἐκτραχηλιζέτωσαν

부정사 ἐκτραχηλίζειν

분사 남성여성중성
ἐκτραχηλιζων

ἐκτραχηλιζοντος

ἐκτραχηλιζουσα

ἐκτραχηλιζουσης

ἐκτραχηλιζον

ἐκτραχηλιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκτραχηλίζομαι

ἐκτραχηλίζει, ἐκτραχηλίζῃ

ἐκτραχηλίζεται

쌍수 ἐκτραχηλίζεσθον

ἐκτραχηλίζεσθον

복수 ἐκτραχηλιζόμεθα

ἐκτραχηλίζεσθε

ἐκτραχηλίζονται

접속법단수 ἐκτραχηλίζωμαι

ἐκτραχηλίζῃ

ἐκτραχηλίζηται

쌍수 ἐκτραχηλίζησθον

ἐκτραχηλίζησθον

복수 ἐκτραχηλιζώμεθα

ἐκτραχηλίζησθε

ἐκτραχηλίζωνται

기원법단수 ἐκτραχηλιζοίμην

ἐκτραχηλίζοιο

ἐκτραχηλίζοιτο

쌍수 ἐκτραχηλίζοισθον

ἐκτραχηλιζοίσθην

복수 ἐκτραχηλιζοίμεθα

ἐκτραχηλίζοισθε

ἐκτραχηλίζοιντο

명령법단수 ἐκτραχηλίζου

ἐκτραχηλιζέσθω

쌍수 ἐκτραχηλίζεσθον

ἐκτραχηλιζέσθων

복수 ἐκτραχηλίζεσθε

ἐκτραχηλιζέσθων, ἐκτραχηλιζέσθωσαν

부정사 ἐκτραχηλίζεσθαι

분사 남성여성중성
ἐκτραχηλιζομενος

ἐκτραχηλιζομενου

ἐκτραχηλιζομενη

ἐκτραχηλιζομενης

ἐκτραχηλιζομενον

ἐκτραχηλιζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκτραχηλίω

ἐκτραχηλίεις

ἐκτραχηλίει

쌍수 ἐκτραχηλίειτον

ἐκτραχηλίειτον

복수 ἐκτραχηλίουμεν

ἐκτραχηλίειτε

ἐκτραχηλίουσιν*

기원법단수 ἐκτραχηλίοιμι

ἐκτραχηλίοις

ἐκτραχηλίοι

쌍수 ἐκτραχηλίοιτον

ἐκτραχηλιοίτην

복수 ἐκτραχηλίοιμεν

ἐκτραχηλίοιτε

ἐκτραχηλίοιεν

부정사 ἐκτραχηλίειν

분사 남성여성중성
ἐκτραχηλιων

ἐκτραχηλιουντος

ἐκτραχηλιουσα

ἐκτραχηλιουσης

ἐκτραχηλιουν

ἐκτραχηλιουντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκτραχηλίουμαι

ἐκτραχηλίει, ἐκτραχηλίῃ

ἐκτραχηλίειται

쌍수 ἐκτραχηλίεισθον

ἐκτραχηλίεισθον

복수 ἐκτραχηλιοῦμεθα

ἐκτραχηλίεισθε

ἐκτραχηλίουνται

기원법단수 ἐκτραχηλιοίμην

ἐκτραχηλίοιο

ἐκτραχηλίοιτο

쌍수 ἐκτραχηλίοισθον

ἐκτραχηλιοίσθην

복수 ἐκτραχηλιοίμεθα

ἐκτραχηλίοισθε

ἐκτραχηλίοιντο

부정사 ἐκτραχηλίεισθαι

분사 남성여성중성
ἐκτραχηλιουμενος

ἐκτραχηλιουμενου

ἐκτραχηλιουμενη

ἐκτραχηλιουμενης

ἐκτραχηλιουμενον

ἐκτραχηλιουμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καὶ ὁ προσπαλαίων ὑποκατακλινόμενοσ, ὁ δ’ ἵπποσ, οὐκ εἰδὼσ οὐδὲ φροντίζων ὅστισ ἰδιώτησ ἢ ἄρχων ἢ πλούσιοσ ἢ πένησ, ἐκτραχηλίζει τοὺσ μὴ δυναμένουσ ὀχεῖσθαι. (Plutarch, Quomodo adulator ab amico internoscatur, chapter, section 16 4:1)

    (플루타르코스, Quomodo adulator ab amico internoscatur, chapter, section 16 4:1)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION