헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐκλακτίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐκλακτίζω ἐκλακτίσω

형태분석: ἐκ (접두사) + λακτίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to kick out, fling out behind

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκλακτίζω

ἐκλακτίζεις

ἐκλακτίζει

쌍수 ἐκλακτίζετον

ἐκλακτίζετον

복수 ἐκλακτίζομεν

ἐκλακτίζετε

ἐκλακτίζουσιν*

접속법단수 ἐκλακτίζω

ἐκλακτίζῃς

ἐκλακτίζῃ

쌍수 ἐκλακτίζητον

ἐκλακτίζητον

복수 ἐκλακτίζωμεν

ἐκλακτίζητε

ἐκλακτίζωσιν*

기원법단수 ἐκλακτίζοιμι

ἐκλακτίζοις

ἐκλακτίζοι

쌍수 ἐκλακτίζοιτον

ἐκλακτιζοίτην

복수 ἐκλακτίζοιμεν

ἐκλακτίζοιτε

ἐκλακτίζοιεν

명령법단수 ἐκλάκτιζε

ἐκλακτιζέτω

쌍수 ἐκλακτίζετον

ἐκλακτιζέτων

복수 ἐκλακτίζετε

ἐκλακτιζόντων, ἐκλακτιζέτωσαν

부정사 ἐκλακτίζειν

분사 남성여성중성
ἐκλακτιζων

ἐκλακτιζοντος

ἐκλακτιζουσα

ἐκλακτιζουσης

ἐκλακτιζον

ἐκλακτιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκλακτίζομαι

ἐκλακτίζει, ἐκλακτίζῃ

ἐκλακτίζεται

쌍수 ἐκλακτίζεσθον

ἐκλακτίζεσθον

복수 ἐκλακτιζόμεθα

ἐκλακτίζεσθε

ἐκλακτίζονται

접속법단수 ἐκλακτίζωμαι

ἐκλακτίζῃ

ἐκλακτίζηται

쌍수 ἐκλακτίζησθον

ἐκλακτίζησθον

복수 ἐκλακτιζώμεθα

ἐκλακτίζησθε

ἐκλακτίζωνται

기원법단수 ἐκλακτιζοίμην

ἐκλακτίζοιο

ἐκλακτίζοιτο

쌍수 ἐκλακτίζοισθον

ἐκλακτιζοίσθην

복수 ἐκλακτιζοίμεθα

ἐκλακτίζοισθε

ἐκλακτίζοιντο

명령법단수 ἐκλακτίζου

ἐκλακτιζέσθω

쌍수 ἐκλακτίζεσθον

ἐκλακτιζέσθων

복수 ἐκλακτίζεσθε

ἐκλακτιζέσθων, ἐκλακτιζέσθωσαν

부정사 ἐκλακτίζεσθαι

분사 남성여성중성
ἐκλακτιζομενος

ἐκλακτιζομενου

ἐκλακτιζομενη

ἐκλακτιζομενης

ἐκλακτιζομενον

ἐκλακτιζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION