헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐξυπηρετέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐξυπηρετέω ἐξυπηρετήσω

형태분석: ἐξ (접두사) + ὑπηρετέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to assist to the utmost

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐξυπηρέτω

ἐξυπηρέτεις

ἐξυπηρέτει

쌍수 ἐξυπηρέτειτον

ἐξυπηρέτειτον

복수 ἐξυπηρέτουμεν

ἐξυπηρέτειτε

ἐξυπηρέτουσιν*

접속법단수 ἐξυπηρέτω

ἐξυπηρέτῃς

ἐξυπηρέτῃ

쌍수 ἐξυπηρέτητον

ἐξυπηρέτητον

복수 ἐξυπηρέτωμεν

ἐξυπηρέτητε

ἐξυπηρέτωσιν*

기원법단수 ἐξυπηρέτοιμι

ἐξυπηρέτοις

ἐξυπηρέτοι

쌍수 ἐξυπηρέτοιτον

ἐξυπηρετοίτην

복수 ἐξυπηρέτοιμεν

ἐξυπηρέτοιτε

ἐξυπηρέτοιεν

명령법단수 ἐξυπηρε͂τει

ἐξυπηρετεῖτω

쌍수 ἐξυπηρέτειτον

ἐξυπηρετεῖτων

복수 ἐξυπηρέτειτε

ἐξυπηρετοῦντων, ἐξυπηρετεῖτωσαν

부정사 ἐξυπηρέτειν

분사 남성여성중성
ἐξυπηρετων

ἐξυπηρετουντος

ἐξυπηρετουσα

ἐξυπηρετουσης

ἐξυπηρετουν

ἐξυπηρετουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐξυπηρέτουμαι

ἐξυπηρέτει, ἐξυπηρέτῃ

ἐξυπηρέτειται

쌍수 ἐξυπηρέτεισθον

ἐξυπηρέτεισθον

복수 ἐξυπηρετοῦμεθα

ἐξυπηρέτεισθε

ἐξυπηρέτουνται

접속법단수 ἐξυπηρέτωμαι

ἐξυπηρέτῃ

ἐξυπηρέτηται

쌍수 ἐξυπηρέτησθον

ἐξυπηρέτησθον

복수 ἐξυπηρετώμεθα

ἐξυπηρέτησθε

ἐξυπηρέτωνται

기원법단수 ἐξυπηρετοίμην

ἐξυπηρέτοιο

ἐξυπηρέτοιτο

쌍수 ἐξυπηρέτοισθον

ἐξυπηρετοίσθην

복수 ἐξυπηρετοίμεθα

ἐξυπηρέτοισθε

ἐξυπηρέτοιντο

명령법단수 ἐξυπηρέτου

ἐξυπηρετεῖσθω

쌍수 ἐξυπηρέτεισθον

ἐξυπηρετεῖσθων

복수 ἐξυπηρέτεισθε

ἐξυπηρετεῖσθων, ἐξυπηρετεῖσθωσαν

부정사 ἐξυπηρέτεισθαι

분사 남성여성중성
ἐξυπηρετουμενος

ἐξυπηρετουμενου

ἐξυπηρετουμενη

ἐξυπηρετουμενης

ἐξυπηρετουμενον

ἐξυπηρετουμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to assist to the utmost

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION