Ancient Greek-English Dictionary Language

δυσεξέλικτος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: δυσεξέλικτος δυσεξέλικτον

Structure: δυσεξελικτ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: e)celi/ssw

Sense

  1. hard to unfold

Examples

  • ὁπόσα τε γίνεται πράγματα ἀντὶ σωμάτων ἢ σώματα ἀντὶ πραγμάτων, καὶ ἐφ’ ὧν ἐνθυμημάτων τε καὶ νοημάτων αἱ μεταξὺ παρεμπτώσεισ πολλαὶ γινόμεναι διὰ μακροῦ τὴν ἀκολουθίαν κομίζονται, τά τε σκολιὰ καὶ πολύπλοκα καὶ δυσεξέλικτα καὶ τὰ ἄλλα τὰ συγγενῆ τούτοισ. (Dionysius of Halicarnassus, De Thucydidis idiomatibus (epistula ad Ammaeum), chapter 2 3:2)
  • ἐν οἷσ δὲ σκολιὰ καὶ πολύπλοκοσ καὶ δυσεξέλικτοσ ἡ τῶν ἐνθυμημάτων κατασκευὴ γίνεται, τοῦτον τὸν τρόπον ἔχει παρ’ αὐτῷ· (Dionysius of Halicarnassus, De Thucydidis idiomatibus (epistula ad Ammaeum), chapter 161)
  • σπλάγχνων δ̓ ἐπ̓ αὐτῶν διάπυρον τρέχει κακόν, δίναισι φλογμῶν σάρκα πυρπολούμενον, ὁποῖα κρητὴρ μεστὸσ Αἰτναίου πυρὸσ ἢ Σικελὸσ αὐλὼν ἁλιπόρου διασφάγοσ, ὅπου δυσεξέλικτα κυματούμενοσ σήραγξι πετρῶν σκολιὸσ εἱλεῖται κλύδων. (Lucian, 4)
  • τά τε σκολιὰ καὶ πολύπλοκα καὶ δυσεξέλικτα καὶ τὰ ἄλλα τὰ συγγενῆ τούτοισ. (Dionysius of Halicarnassus, , chapter 24 2:7)
  • ὃ γὰρ βούλεται δηλοῦν ἐν τῇ δυσεξελίκτῳ πλοκῇ, τοιοῦτόν ἐστι· (Dionysius of Halicarnassus, , chapter 29 2:3)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION