Ancient Greek-English Dictionary

δυσεξέλικτος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: δυσεξέλικτος δυσεξέλικτον

Structure: δυσεξελικτ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: e)celi/ssw

Sense

  1. hard to unfold

Examples

  • ὁπόσα τε γίνεται πράγματα ἀντὶ σωμάτων ἢ σώματα ἀντὶ πραγμάτων, καὶ ἐφ’ ὧν ἐνθυμημάτων τε καὶ νοημάτων αἱ μεταξὺ παρεμπτώσεισ πολλαὶ γινόμεναι διὰ μακροῦ τὴν ἀκολουθίαν κομίζονται, τά τε σκολιὰ καὶ πολύπλοκα καὶ δυσεξέλικτα καὶ τὰ ἄλλα τὰ συγγενῆ τούτοισ. (Dionysius of Halicarnassus, De Thucydidis idiomatibus (epistula ad Ammaeum), chapter 2 3:2)
  • σπλάγχνων δ̓ ἐπ̓ αὐτῶν διάπυρον τρέχει κακόν, δίναισι φλογμῶν σάρκα πυρπολούμενον, ὁποῖα κρητὴρ μεστὸσ Αἰτναίου πυρὸσ ἢ Σικελὸσ αὐλὼν ἁλιπόρου διασφάγοσ, ὅπου δυσεξέλικτα κυματούμενοσ σήραγξι πετρῶν σκολιὸσ εἱλεῖται κλύδων. (Lucian, 4)
  • τά τε σκολιὰ καὶ πολύπλοκα καὶ δυσεξέλικτα καὶ τὰ ἄλλα τὰ συγγενῆ τούτοισ. (Dionysius of Halicarnassus, , chapter 24 2:7)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION