Ancient Greek-English Dictionary Language

διάτορος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: διάτορος διάτορον

Structure: διατορ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: tei/rw

Sense

  1. piercing, galling, thrilling
  2. pierced, bored through

Examples

  • τότε δέ, συντόνου περὶ τοὺσ ἔνδον οὔσησ ἀπορίασ ἀμελουμένων αὐτῶν, λεπτὸσ ἦν καὶ λιμώδησ ὁ ὕπνοσ, ὡστ’ εὐθὺσ ᾔσθοντο τῶν πολεμίων ὑπερφανέντων τῆσ στεφάνησ καὶ καταβοῶντεσ ἰταμῶσ προσεφέροντο, καὶ τῇ τῶν ὅπλων ὄψει μᾶλλον ἐκταραττόμενοι κλαγγῆσ διατόρου καὶ τραχείασ ἐνεπεπλήκεσαν τὸν τόπον ὑφ’ ἧσ ἀναστάντεσ οἱ Ῥωμαῖοι καὶ συμφρονήσαντεσ τὸ γενόμενον ἐώσαντο καὶ κατεκρήμνισαν τοὺσ πολεμίουσ. (Plutarch, De fortuna Romanorum, section 12 5:4)
  • τότε δέ, συντόνου περὶ τοὺσ ἔνδον οὔσησ ἀπορίασ ἀμελουμένων αὐτῶν, λεπτὸσ ἦν καὶ λιμώδησ ὁ ὕπνοσ, ὡστ’ εὐθὺσ ᾔσθοντο τῶν πολεμίων ὑπερφανέντων τῆσ στεφάνησ καὶ καταβοῶντεσ ἰταμῶσ προσεφέροντο, καὶ τῇ τῶν ὅπλων ὄψει μᾶλλον ἐκταραττόμενοι κλαγγῆσ διατόρου καὶ τραχείασ ἐνεπεπλήκεσαν τὸν τόπον· (Plutarch, De fortuna Romanorum, section 12 16:1)

Synonyms

  1. piercing

  2. pierced

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION