헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διαμισέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διαμισέω διαμισήσω

형태분석: διαμισέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to hate bitterly

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαμίσω

διαμίσεις

διαμίσει

쌍수 διαμίσειτον

διαμίσειτον

복수 διαμίσουμεν

διαμίσειτε

διαμίσουσιν*

접속법단수 διαμίσω

διαμίσῃς

διαμίσῃ

쌍수 διαμίσητον

διαμίσητον

복수 διαμίσωμεν

διαμίσητε

διαμίσωσιν*

기원법단수 διαμίσοιμι

διαμίσοις

διαμίσοι

쌍수 διαμίσοιτον

διαμισοίτην

복수 διαμίσοιμεν

διαμίσοιτε

διαμίσοιεν

명령법단수 διαμῖσει

διαμισεῖτω

쌍수 διαμίσειτον

διαμισεῖτων

복수 διαμίσειτε

διαμισοῦντων, διαμισεῖτωσαν

부정사 διαμίσειν

분사 남성여성중성
διαμισων

διαμισουντος

διαμισουσα

διαμισουσης

διαμισουν

διαμισουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαμίσουμαι

διαμίσει, διαμίσῃ

διαμίσειται

쌍수 διαμίσεισθον

διαμίσεισθον

복수 διαμισοῦμεθα

διαμίσεισθε

διαμίσουνται

접속법단수 διαμίσωμαι

διαμίσῃ

διαμίσηται

쌍수 διαμίσησθον

διαμίσησθον

복수 διαμισώμεθα

διαμίσησθε

διαμίσωνται

기원법단수 διαμισοίμην

διαμίσοιο

διαμίσοιτο

쌍수 διαμίσοισθον

διαμισοίσθην

복수 διαμισοίμεθα

διαμίσοισθε

διαμίσοιντο

명령법단수 διαμίσου

διαμισεῖσθω

쌍수 διαμίσεισθον

διαμισεῖσθων

복수 διαμίσεισθε

διαμισεῖσθων, διαμισεῖσθωσαν

부정사 διαμίσεισθαι

분사 남성여성중성
διαμισουμενος

διαμισουμενου

διαμισουμενη

διαμισουμενης

διαμισουμενον

διαμισουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαμισήσω

διαμισήσεις

διαμισήσει

쌍수 διαμισήσετον

διαμισήσετον

복수 διαμισήσομεν

διαμισήσετε

διαμισήσουσιν*

기원법단수 διαμισήσοιμι

διαμισήσοις

διαμισήσοι

쌍수 διαμισήσοιτον

διαμισησοίτην

복수 διαμισήσοιμεν

διαμισήσοιτε

διαμισήσοιεν

부정사 διαμισήσειν

분사 남성여성중성
διαμισησων

διαμισησοντος

διαμισησουσα

διαμισησουσης

διαμισησον

διαμισησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαμισήσομαι

διαμισήσει, διαμισήσῃ

διαμισήσεται

쌍수 διαμισήσεσθον

διαμισήσεσθον

복수 διαμισησόμεθα

διαμισήσεσθε

διαμισήσονται

기원법단수 διαμισησοίμην

διαμισήσοιο

διαμισήσοιτο

쌍수 διαμισήσοισθον

διαμισησοίσθην

복수 διαμισησοίμεθα

διαμισήσοισθε

διαμισήσοιντο

부정사 διαμισήσεσθαι

분사 남성여성중성
διαμισησομενος

διαμισησομενου

διαμισησομενη

διαμισησομενης

διαμισησομενον

διαμισησομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to hate bitterly

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION