- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

ξυλοφάγος?

First/Second declension Adjective; Transliteration: xylophagos

Principal Part: ξυλοφάγος ξυλοφάγον

Structure: ξυλοφαγ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: φαγεῖν

Sense

  1. eating wood

Examples

  • ταῦτα πρότερον κατασκευάσας ὁ Ναύπλιος, ὕστερον μαθὼν τὴν εἰς τὰς πατρίδας τῶν Ἑλλήνων ἐπάνοδον, τὸν εἰς τὸν Καφηρέα, νῦν δὲ Ξυλοφάγον λεγόμενον, ἀνῆψε φρυκτόν: (Apollodorus, Library and Epitome, book E, chapter 6 18:1)
  • ἐγγίνεται δ ἐν τοῖς στελέχεσι ξυλοφάγου τι σκώληκος εἶδος, ὃ μέχρι τῆς ἐπιφανείας διαφαγὸν τὸ ξύλον τὸ μὲν πρῶτον πιτύροις ἢ πρίσμασιν ἐοικός τι ψῆγμα προχεῖ, καὶ σωρὸς συνίσταται πρὸς τῇ ῥίζῃ, μετὰ δὲ ταῦτα ἀπολείβεταί τις ὑγρασία δεχομένη πῆξιν ῥᾳδίαν παραπλησίαν τῇ κόμμει: (Strabo, Geography, Book 12, chapter 7 5:9)

Synonyms

  1. eating wood

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION