헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀταλαίπωρος

1/2군 변화 형용사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀταλαίπωρος

형태분석: ἀταλαιπωρ (어간) + ος (어미)

뜻

  1. 무관심한, 무감각한, 부주의한, 둔한
  1. without pains or patience, indifferent, careless

곡용 정보

1/2군 변화
남/여성 중성
단수주격 ἀταλαίπωρος

무관심한 (이)가

ἀταλαίπωρον

무관심한 (것)가

속격 ἀταλαιπώρου

무관심한 (이)의

ἀταλαιπώρου

무관심한 (것)의

여격 ἀταλαιπώρῳ

무관심한 (이)에게

ἀταλαιπώρῳ

무관심한 (것)에게

대격 ἀταλαίπωρον

무관심한 (이)를

ἀταλαίπωρον

무관심한 (것)를

호격 ἀταλαίπωρε

무관심한 (이)야

ἀταλαίπωρον

무관심한 (것)야

쌍수주/대/호 ἀταλαιπώρω

무관심한 (이)들이

ἀταλαιπώρω

무관심한 (것)들이

속/여 ἀταλαιπώροιν

무관심한 (이)들의

ἀταλαιπώροιν

무관심한 (것)들의

복수주격 ἀταλαίπωροι

무관심한 (이)들이

ἀταλαίπωρα

무관심한 (것)들이

속격 ἀταλαιπώρων

무관심한 (이)들의

ἀταλαιπώρων

무관심한 (것)들의

여격 ἀταλαιπώροις

무관심한 (이)들에게

ἀταλαιπώροις

무관심한 (것)들에게

대격 ἀταλαιπώρους

무관심한 (이)들을

ἀταλαίπωρα

무관심한 (것)들을

호격 ἀταλαίπωροι

무관심한 (이)들아

ἀταλαίπωρα

무관심한 (것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ταῦτα μὲν δὴ ἐν ἐκβολῇ τοῦ λόγου ἀναγεγράφθω μοι, ὡσ μὴ ἀταλαίπωρον γίγνεσθαι τοῖσ ἔπειτα ἀνθρώποισ τὴν ὑπὲρ τῶν τηλικούτων ἔργων τε καὶ παθημάτων ἀφήγησιν. (Arrian, Anabasis, book 6, chapter 11 8:4)

    (아리아노스, Anabasis, book 6, chapter 11 8:4)

  • ἔστι δ’ οὐδεμία τῶν ἑορτῶν, καθ’ ἣν οὐχ ὁλοκαυτοῦσιν οὐδὲ τῶν πόνων τῶν ἐπὶ τοῖσ ἔργοισ ἄνεσιν οὐ διδόασιν, ἀλλ’ ἐν πάσαισ νόμιμον τό τε τῆσ θυσίασ εἶδοσ καὶ τὸ τῆσ ἀργίασ ἀταλαίπωρον καὶ πρὸσ εὐωχίαισ εἰσὶ τεθυκότεσ. (Flavius Josephus, Antiquitates Judaicae, Book 3 322:1)

    (플라비우스 요세푸스, Antiquitates Judaicae, Book 3 322:1)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION