Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀποσιμόω

ο-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἀποσιμόω

Structure: ἀπο (Prefix) + σιμό (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to make flat-nosed
  2. to turn, aside, make a sideward movement

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀποσιμῶ ἀποσιμοῖς ἀποσιμοῖ
Dual ἀποσιμοῦτον ἀποσιμοῦτον
Plural ἀποσιμοῦμεν ἀποσιμοῦτε ἀποσιμοῦσιν*
SubjunctiveSingular ἀποσιμῶ ἀποσιμοῖς ἀποσιμοῖ
Dual ἀποσιμῶτον ἀποσιμῶτον
Plural ἀποσιμῶμεν ἀποσιμῶτε ἀποσιμῶσιν*
OptativeSingular ἀποσιμοῖμι ἀποσιμοῖς ἀποσιμοῖ
Dual ἀποσιμοῖτον ἀποσιμοίτην
Plural ἀποσιμοῖμεν ἀποσιμοῖτε ἀποσιμοῖεν
ImperativeSingular ἀποσίμου ἀποσιμούτω
Dual ἀποσιμοῦτον ἀποσιμούτων
Plural ἀποσιμοῦτε ἀποσιμούντων, ἀποσιμούτωσαν
Infinitive ἀποσιμοῦν
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀποσιμων ἀποσιμουντος ἀποσιμουσα ἀποσιμουσης ἀποσιμουν ἀποσιμουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀποσιμοῦμαι ἀποσιμοῖ ἀποσιμοῦται
Dual ἀποσιμοῦσθον ἀποσιμοῦσθον
Plural ἀποσιμούμεθα ἀποσιμοῦσθε ἀποσιμοῦνται
SubjunctiveSingular ἀποσιμῶμαι ἀποσιμοῖ ἀποσιμῶται
Dual ἀποσιμῶσθον ἀποσιμῶσθον
Plural ἀποσιμώμεθα ἀποσιμῶσθε ἀποσιμῶνται
OptativeSingular ἀποσιμοίμην ἀποσιμοῖο ἀποσιμοῖτο
Dual ἀποσιμοῖσθον ἀποσιμοίσθην
Plural ἀποσιμοίμεθα ἀποσιμοῖσθε ἀποσιμοῖντο
ImperativeSingular ἀποσιμοῦ ἀποσιμούσθω
Dual ἀποσιμοῦσθον ἀποσιμούσθων
Plural ἀποσιμοῦσθε ἀποσιμούσθων, ἀποσιμούσθωσαν
Infinitive ἀποσιμοῦσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀποσιμουμενος ἀποσιμουμενου ἀποσιμουμενη ἀποσιμουμενης ἀποσιμουμενον ἀποσιμουμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Derived

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION