헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀποθανέομαι

ε 축약 동사; 이상동사 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀποθανέομαι

형태분석: ἀποθανέ (어간) + ομαι (인칭어미)

  1. 활동하다, 활기차다, 활동적이다, 활발하다
  1. First person, singular, future, active, indicative form (second principal part) of ἀποθνῄσκω

활용 정보

현재 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀποθανοῦμαι

(나는) 활동한다

ἀποθανεῖ, ἀποθανῇ

(너는) 활동한다

ἀποθανεῖται

(그는) 활동한다

쌍수 ἀποθανεῖσθον

(너희 둘은) 활동한다

ἀποθανεῖσθον

(그 둘은) 활동한다

복수 ἀποθανούμεθα

(우리는) 활동한다

ἀποθανεῖσθε

(너희는) 활동한다

ἀποθανοῦνται

(그들은) 활동한다

접속법단수 ἀποθανῶμαι

(나는) 활동하자

ἀποθανῇ

(너는) 활동하자

ἀποθανῆται

(그는) 활동하자

쌍수 ἀποθανῆσθον

(너희 둘은) 활동하자

ἀποθανῆσθον

(그 둘은) 활동하자

복수 ἀποθανώμεθα

(우리는) 활동하자

ἀποθανῆσθε

(너희는) 활동하자

ἀποθανῶνται

(그들은) 활동하자

기원법단수 ἀποθανοίμην

(나는) 활동하기를 (바라다)

ἀποθανοῖο

(너는) 활동하기를 (바라다)

ἀποθανοῖτο

(그는) 활동하기를 (바라다)

쌍수 ἀποθανοῖσθον

(너희 둘은) 활동하기를 (바라다)

ἀποθανοίσθην

(그 둘은) 활동하기를 (바라다)

복수 ἀποθανοίμεθα

(우리는) 활동하기를 (바라다)

ἀποθανοῖσθε

(너희는) 활동하기를 (바라다)

ἀποθανοῖντο

(그들은) 활동하기를 (바라다)

명령법단수 ἀποθανοῦ

(너는) 활동해라

ἀποθανείσθω

(그는) 활동해라

쌍수 ἀποθανεῖσθον

(너희 둘은) 활동해라

ἀποθανείσθων

(그 둘은) 활동해라

복수 ἀποθανεῖσθε

(너희는) 활동해라

ἀποθανείσθων, ἀποθανείσθωσαν

(그들은) 활동해라

부정사 ἀποθανεῖσθαι

활동하는 것

분사 남성여성중성
ἀποθανουμενος

ἀποθανουμενου

ἀποθανουμενη

ἀποθανουμενης

ἀποθανουμενον

ἀποθανουμενου

미완료(Imperfect) 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἠποθανούμην

(나는) 활동하고 있었다

ἠποθανοῦ

(너는) 활동하고 있었다

ἠποθανεῖτο

(그는) 활동하고 있었다

쌍수 ἠποθανεῖσθον

(너희 둘은) 활동하고 있었다

ἠποθανείσθην

(그 둘은) 활동하고 있었다

복수 ἠποθανούμεθα

(우리는) 활동하고 있었다

ἠποθανεῖσθε

(너희는) 활동하고 있었다

ἠποθανοῦντο

(그들은) 활동하고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καὶ εἶπεν Ἰσραὴλ πρὸσ Ἰωσήφ. ἀποθανοῦμαι ἀπὸ τοῦ νῦν, ἐπεὶ ἑώρακα τὸ πρόσωπόν σου. ἔτι γὰρ σὺ ζῇσ. (Septuagint, Liber Genesis 46:30)

    (70인역 성경, 창세기 46:30)

  • καὶ ἐδίψησε σφόδρα, καὶ ἔκλαυσε πρὸσ Κύριον καὶ εἶπε. σὺ εὐδόκησασ ἐν χειρὶ δούλου σου τὴν σωτηρίαν τὴν μεγάλην ταύτην, καὶ νῦν ἀποθανοῦμαι τῷ δίψει καὶ ἐμπεσοῦμαι ἐν χειρὶ τῶν ἀπεριτμήτων. (Septuagint, Liber Iudicum 15:18)

    (70인역 성경, 판관기 15:18)

  • καὶ οὗ ἐὰν ἀποθάνῃσ, ἀποθανοῦμαι, κἀκεῖ ταφήσομαι. τάδε ποιήσαι μοι Κύριοσ καὶ τάδε προσθείῃ, ὅτι θάνατοσ διαστελεῖ ἀναμέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ. (Septuagint, Liber Ruth 1:17)

    (70인역 성경, 룻기 1:17)

  • καθισάτω δὴ ὁ δοῦλόσ σου καὶ ἀποθανοῦμαι ἐν τῇ πόλει μου παρὰ τῷ τάφῳ τοῦ πατρὸσ μου καὶ τῆσ μητρόσ μου. καὶ ἰδοὺ ὁ δοῦλόσ σου Χαμαὰμ διαβήσεται μετὰ τοῦ κυρίου μου τοῦ βασιλέωσ, καὶ ποίησον αὐτῷ τὸ ἀγαθὸν ἐν ὀφθαλμοῖσ σου. (Septuagint, Liber II Samuelis 19:37)

    (70인역 성경, 사무엘기 하권 19:37)

  • καὶ προσδραμοῦσα Ἄννα ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον τοῦ υἱοῦ αὐτῆσ καὶ εἶπεν αὐτῷ. εἶδόν σε, παιδίον, ἀπὸ τοῦ νῦν ἀποθανοῦμαι καὶ ἔκλαυσαν ἀμφότεροι. (Septuagint, Liber Thobis 11:8)

    (70인역 성경, 토빗기 11:8)

유의어

  1. 활동하다

    • ὦ (first-person singular present active subjunctive of εἰμί ‎)

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION