헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀντικελεύω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀντικελεύω

형태분석: ἀντικελεύ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to command in turn, to be bidden, in turn

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀντικελεύω

ἀντικελεύεις

ἀντικελεύει

쌍수 ἀντικελεύετον

ἀντικελεύετον

복수 ἀντικελεύομεν

ἀντικελεύετε

ἀντικελεύουσιν*

접속법단수 ἀντικελεύω

ἀντικελεύῃς

ἀντικελεύῃ

쌍수 ἀντικελεύητον

ἀντικελεύητον

복수 ἀντικελεύωμεν

ἀντικελεύητε

ἀντικελεύωσιν*

기원법단수 ἀντικελεύοιμι

ἀντικελεύοις

ἀντικελεύοι

쌍수 ἀντικελεύοιτον

ἀντικελευοίτην

복수 ἀντικελεύοιμεν

ἀντικελεύοιτε

ἀντικελεύοιεν

명령법단수 ἀντικέλευε

ἀντικελευέτω

쌍수 ἀντικελεύετον

ἀντικελευέτων

복수 ἀντικελεύετε

ἀντικελευόντων, ἀντικελευέτωσαν

부정사 ἀντικελεύειν

분사 남성여성중성
ἀντικελευων

ἀντικελευοντος

ἀντικελευουσα

ἀντικελευουσης

ἀντικελευον

ἀντικελευοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀντικελεύομαι

ἀντικελεύει, ἀντικελεύῃ

ἀντικελεύεται

쌍수 ἀντικελεύεσθον

ἀντικελεύεσθον

복수 ἀντικελευόμεθα

ἀντικελεύεσθε

ἀντικελεύονται

접속법단수 ἀντικελεύωμαι

ἀντικελεύῃ

ἀντικελεύηται

쌍수 ἀντικελεύησθον

ἀντικελεύησθον

복수 ἀντικελευώμεθα

ἀντικελεύησθε

ἀντικελεύωνται

기원법단수 ἀντικελευοίμην

ἀντικελεύοιο

ἀντικελεύοιτο

쌍수 ἀντικελεύοισθον

ἀντικελευοίσθην

복수 ἀντικελευοίμεθα

ἀντικελεύοισθε

ἀντικελεύοιντο

명령법단수 ἀντικελεύου

ἀντικελευέσθω

쌍수 ἀντικελεύεσθον

ἀντικελευέσθων

복수 ἀντικελεύεσθε

ἀντικελευέσθων, ἀντικελευέσθωσαν

부정사 ἀντικελεύεσθαι

분사 남성여성중성
ἀντικελευομενος

ἀντικελευομενου

ἀντικελευομενη

ἀντικελευομενης

ἀντικελευομενον

ἀντικελευομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to command in turn

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION