헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀνταλαλάζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀνταλαλάζω

형태분석: ἀντ (접두사) + ἀλαλάζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to return a shout

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀνταλαλάζω

ἀνταλαλάζεις

ἀνταλαλάζει

쌍수 ἀνταλαλάζετον

ἀνταλαλάζετον

복수 ἀνταλαλάζομεν

ἀνταλαλάζετε

ἀνταλαλάζουσιν*

접속법단수 ἀνταλαλάζω

ἀνταλαλάζῃς

ἀνταλαλάζῃ

쌍수 ἀνταλαλάζητον

ἀνταλαλάζητον

복수 ἀνταλαλάζωμεν

ἀνταλαλάζητε

ἀνταλαλάζωσιν*

기원법단수 ἀνταλαλάζοιμι

ἀνταλαλάζοις

ἀνταλαλάζοι

쌍수 ἀνταλαλάζοιτον

ἀνταλαλαζοίτην

복수 ἀνταλαλάζοιμεν

ἀνταλαλάζοιτε

ἀνταλαλάζοιεν

명령법단수 ἀνταλάλαζε

ἀνταλαλαζέτω

쌍수 ἀνταλαλάζετον

ἀνταλαλαζέτων

복수 ἀνταλαλάζετε

ἀνταλαλαζόντων, ἀνταλαλαζέτωσαν

부정사 ἀνταλαλάζειν

분사 남성여성중성
ἀνταλαλαζων

ἀνταλαλαζοντος

ἀνταλαλαζουσα

ἀνταλαλαζουσης

ἀνταλαλαζον

ἀνταλαλαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀνταλαλάζομαι

ἀνταλαλάζει, ἀνταλαλάζῃ

ἀνταλαλάζεται

쌍수 ἀνταλαλάζεσθον

ἀνταλαλάζεσθον

복수 ἀνταλαλαζόμεθα

ἀνταλαλάζεσθε

ἀνταλαλάζονται

접속법단수 ἀνταλαλάζωμαι

ἀνταλαλάζῃ

ἀνταλαλάζηται

쌍수 ἀνταλαλάζησθον

ἀνταλαλάζησθον

복수 ἀνταλαλαζώμεθα

ἀνταλαλάζησθε

ἀνταλαλάζωνται

기원법단수 ἀνταλαλαζοίμην

ἀνταλαλάζοιο

ἀνταλαλάζοιτο

쌍수 ἀνταλαλάζοισθον

ἀνταλαλαζοίσθην

복수 ἀνταλαλαζοίμεθα

ἀνταλαλάζοισθε

ἀνταλαλάζοιντο

명령법단수 ἀνταλαλάζου

ἀνταλαλαζέσθω

쌍수 ἀνταλαλάζεσθον

ἀνταλαλαζέσθων

복수 ἀνταλαλάζεσθε

ἀνταλαλαζέσθων, ἀνταλαλαζέσθωσαν

부정사 ἀνταλαλάζεσθαι

분사 남성여성중성
ἀνταλαλαζομενος

ἀνταλαλαζομενου

ἀνταλαλαζομενη

ἀνταλαλαζομενης

ἀνταλαλαζομενον

ἀνταλαλαζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to return a shout

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION