Greek Lexicon Indices Language

'Masculine Noun'에 속하는 헬라어 단어 (3237)

ψαλμός
(Noun), ####시편, 성가, 찬송가
ψαμμίτης
(Noun), 모래, 티끌
ψάρ
(Noun), A starling, Sturnus vulgaris
ψαφαρίτης
(Noun),
ψέκτης
(Noun), 폄하하는 사람, 명예 훼손자, 비난하는 사람
ψελλισμός
(Noun), a pronouncing indistinctly, unpronounced, suppressed)
ψευδάγγελος
(Noun), a false or lying messenger
ψευδάδελφος
(Noun), a false brother
ψευδαμάμαξυς
(Noun), a bastard vine
ψευδαπόστολος
(Noun), a false apostle
ψευδοδιδάσκαλος
(Noun), a false teacher
ψευδοκύων
(Noun), a sham Cynic
ψευδόμαντις
(Noun), 거짓 예언자
ψευδομάρτυς
(Noun), a false witness
ψευδονέρων
(Noun), a false-Nero
ψευδονύμφευτος
(Noun), a false, feigned
ψευδοπροφήτης
(Noun), 거짓 예언자
ψευδοφίλιππος
(Noun), a false Philip
ψευδόχριστος
(Noun), 거짓 그리스도, 가짜 그리스도
ψεύστης
(Noun), 거짓말쟁이, 사기꾼, 부정행위##
ψηττόποδες
(Noun), turbot-footed
ψηφισματοπώλης
(Noun), a decree-monger
ψιάς
(Noun), 한 방울, 방울
ψιθυρισμός
(Noun), a whispering##whispering, slandering
ψιθυριστής
(Noun), 중상자, 밀고자, 속삭이는 사람
ψίμυθος
(Noun),
ψιττακός
(Noun), 앵무새
ψόγος
(Noun), 얼룩, 결점, 흠, 오점##비난, 탓, 원망
ψόλος
(Noun), 검댕, 연기, 매연
ψόφος
(Noun), 소리, 소음, 음, 잡음##소음, 소리, 잡음, 소란

SEARCH

MENU NAVIGATION