헬라어 단어 색인 Language

'3군 변화 여성 명사'에 속하는 헬라어 단어 (1281)

καινότης
(명사), 신선##신기, 생소함##
κακόφατις
(명사), ill-sounding, ill-omened
κάκωσις
(명사), ####손해, 불행, 불운
καλαμίς
(명사), a reed fishing-rod
καλαμῖτις
(명사),
καλαῦροψ
(명사), a shepherd's staff
κάλυξ
(명사), 덮개, 잎집####싹, 눈, 봉오리, 움##
καμηλοπάρδαλις
(명사), 기린, 지라프
καρί̄ς
(명사), 새우
κάρπωσις
(명사), use or profit
καρτέρησις
(명사), 끈기, 인내, 침착##
κάσις
(명사), 형제, 자매, 브라더
κατάβασις
(명사), 하강, 혈통
καταβόησις
(명사), a crying out against
κατάγνωσις
(명사), ##지적, 비난, 책망
καταδούλωσις
(명사), enslavement, subjugation
κατάδυσις
(명사), 하강, 혈통, 강하
καταίβασις
(명사),
καταιγίς
(명사), 허리케인, 폭풍우####전투, 싸움
καταίνεσις
(명사), 합의, 조화, 동의
καταῖτυξ
(명사), a low helmet or skull-cap
κατακλείς
(명사), 열쇠, 키
κατάκλισις
(명사), 연회, 잔치, 축하연, 만찬, 축제, 생산, 제작##
κατάλυσις
(명사), 방종, 부도덕, 해체##기각##어미, 마무리##끝, 종결, 매듭##휴식, 투숙, 숙박, 휴양##투숙, 숙박, 거주, 서식, 주거
κατάμυσις
(명사), a closing of the eyes
κατανόησις
(명사), 관찰, 언급, 기록
κατάπαυσις
(명사), ##잔잔한 바다, 정전, 휴전
κατάπλυσις
(명사), a bathing in water
κάταρσις
(명사), a landing-place
κατάρτισις
(명사), 회복, 복구##훈련, 공부, 교육, 규률

SEARCH

MENU NAVIGATION